Άγχος

Τι εννοούμε με τον όρο άγχος;

Συμπτώματα έντονου άγχους περιλαμβάνουν υποκειμενικά συναισθήματα τάσης και εκνευρισμού, υπερβολικής λύπης, ευερεθιστότητας, νευρικότητας, δυσκολίας στη συγκέντρωση , διαταραχές ύπνου, και σωματικά συμπτώματα, όπως αίσθημα παλμών, αίσθημα πνιγμονής, τρόμος, ζάλη, κόπωση, δύσπνοια, πόνος στο στήθος, και σημεία εφίδρωσης από το αυτόνομο. Μπορεί να είναι παρόντα συμπτώματα αυξημένου επιπέδου συνείδησης, όπως αυξημένο αντανακλαστικό τρομάγματος και υπερεπαγρύπνηση. Τα συμπτώματα μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν γνωσιακή δυσλειτουργία, όπως έλλειψη προσοχής και πρόβλημα συγκέντρωσης. Επίσης, τα άτομα που βιώνουν άγχος τείνουν να αποφεύγουν καταστάσεις ή ερεθίσματα που σχετίζονται με το άγχος. Για παράδειγμα, άτομα που πάσχουν από μετατραυματική από στρες διαταραχή αποφεύγουν καταστάσεις που ανακινούν την αναβίωση του τραύματος, ενώ αυτοί που πάσχουν από κρίσεις πανικού αποφεύγουν να απομακρυνθούν από το σπίτι τους ή αποφεύγουν καταστάσεις από τις οποίες δεν θα μπορούσαν να αποδράσουν ή η παροχή βοήθειας θα ήταν αδύνατη εάν ένιωθαν κρίση πανικού.

Ποιες καταστάσεις περιλαμβάνουν σαν κύριο σύμπτωμα το άγχος;

Οι διαταραχές άγχους περιλαμβάνουν τη διαταραχή πανικού, την κοινωνική ή άλλες ειδικές φοβίες, τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, την ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή, και τη μετατραυματική από στρες διαταραχή. Το άγχος είναι κυρίαρχο κομμάτι και άλλων ψυχιατρικών διαταραχών, όπως της διεγερτικής κατάθλιψης, του ντελίριου, της άνοιας, της σχιζοφρένειας, των σχετιζόμενων με ψυχαναγκασμό-καταναγκασμό διαταραχών, (όπως παθολογικό παίξιμο, διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων, σωματο-δυσμορφοφοβική διαταραχή, σωματόμορφη διαταραχή), και του αυτισμού, μία αναπτυξιακή διαταραχή με σημαντική νευρολογική συμμετοχή. Ιατρικές καταστάσεις, όπως ανωμαλίες του θυροειδούς, πρόπτωση μιτροειδούς, καρδιακές αρρυθμίες, υπογλυκαιμία, ίλιγγος, και χρήση ή απόσυρση από ουσίες, οδηγούν συχνά σε άγχος και για το λόγο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφορική διάγνωση. Επίσης, πολλά κοινά φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα άγχους. Όμως, η ταυτοποίηση των συμπτωμάτων άγχους θα πρέπει να οδηγήσει στη διάγνωση του ειδικού συνδρόμου άγχους, και συνεπώς, στην κατάλληλη και ειδική θεραπεία.

Ποιες ειδικές ψυχικές διαταραχές χαρακτηρίζονται από άγχος;
  • Κρίσεις πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία (διαταραχή πανικού)
  • Φόβο ότι θα μειωθεί στη διάρκεια κοινωνικών καταστάσεων ή καταστάσεων που προϋποθέτουν έκθεση (κοινωνική φοβία)
  • Φόβο από κάποια αντικείμενο ή κατάσταση (ειδική φοβία)
  • Ψυχαναγκασμοί ή καταναγκασμοί (ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή και οι σχετιζόμενες διαταραχές)
  • Εντονη ανησυχία και άγχος για τις καθημερινές καταστάσεις της ζωής (γενικευμένη αγχώδης διαταραχή)
  • Αγχος σαν αντίδραση σε ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός (μετατραυματική από στρες διαταραχή).
Πώς αντιμετωπίζονται οι καταστάσεις άγχους;

Η θεραπεία των διαφορετικών αυτών διαταραχών συνήθως περιλαμβάνει φαρμακοθεραπεία ή ψυχοθεραπεία, όπως γνωσιακή-συμπεριφορική, προσανατολισμένη στο εγώ, και υποστηρικτική ψυχοθεραπεία, εάν τα συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν δυσλειτουργία. Τα φάρμακα περιλαμβάνουν αγχολυτικά, όπως βενζοδιαζεπίνες ή βουσπιρόνη, και αντικαταθλιπτικά, όπως εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs), αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (MAOIs), και β-αναστολείς, όπως προπρανολόλη. Αρκετές αγχώδεις διαταραχές περιγράφονται λεπτομερώς στα επόμενα κεφάλαια, περιλαμβανομένης της διάγνωσης και της θεραπείας.

Ποιες ιατρικές καταστάσεις συνδέονται συχνά με άγχος;

Νόσος Alzheimer, καρδιακές αρρυθμίες, αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, όγκοι εγκεφάλου πλησίον της τρίτης κοιλίας, υπογλυκαιμία, πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας, νόσος Parkinson, φαιοχρωμοκύτωμα, επιληπτική διαταραχή: κριτική και μετακριτική περίοδος, υπαραχνοειδής αιμορραγία, θυροειδική δυσλειτουργία, ίλιγγος.

Ποιες μορφές μπορεί να έχει το άγχος;
  • Φοβία: Ενας επίμονος, αφύσικος φόβος ενός αντικειμένου, δραστηριότητας ή κατάστασης που καταλήγει σε συμπεριφορά αποφυγής.
  • Ψυχαναγκασμός: Επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, παρορμήσεις και εικόνες που είναι ενοχλητικές και θεωρούνται ανάρμοστες και οι οποίες προκαλούν άγχος και δυσφορία.
  • Καταναγκασμός: Επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά την οποία το άτομο αισθάνεται να ωθείται να κάνει ώστε να μειώσει το άγχος και τη δυσφορία.
  • Κρίση Πανικού: Διακριτές περίοδοι έντονου άγχους ή δυσφορίας που αναπτύσσονται αιφνίδια και φτάνουν στην κορύφωση σε 10 περίπου λεπτά. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν τουλάχιστον 4 από τα ακόλουθα: αίσθημα παλμών, εφίδρωση, τρόμος, κοντανάσαιμα ή σβήσιμο, πόνος στο στήθος, ναυτία, ζάλη, αποπραγματοποίηση (αίσθηση μη πραγματικού), αποπροσωποποίηση (αίσθηση ότι δεν ανήκει στον εαυτό του), φόβος απώλειας του ελέγχου, παραισθησίες (μούδιασμα ή αίσθηση πόνου), και ρίγη ή εξάψεις.
Τι είναι η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή;

Οι ασθενείς έχουν μεγάλη δυσκολία στο να ελέγξουν την ανησυχία, ενώ το άγχος συνοδεύεται με τουλάχιστον 3 από τα ακόλουθα: αίσθηση κινητικής ανησυχίας, δυσκολία στη συγκέντρωση, ευερεθιστότητα, διαταραχή ύπνου και μυϊκή τάση. Το άγχος εστιάζεται σε ένα μεγάλο αριθμό καθημερινών γεγονότων και δραστηριοτήτων. Η ένταση και η διάρκεια της ανησυχίας απέχει πολύ από αυτήν που θα αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα και στις συνέπειες του φοβούμενου γεγονότος, γεγονός που καταλήγει σε σημαντική δυσλειτουργία. Ανησυχούν συνήθως για όλα τα καθημερινά γεγονότα, όπως για τις ευθύνες της δουλειάς, τα οικονομικά, την υγεία των μελών της οικογένειας, για τα παιδιά τους, για τις μικροδουλειές του σπιτιού, για την ακρίβεια στα ραντεβού, κλπ. Τα παιδιά τείνουν να ανησυχούν για την απόδοση και τους βαθμούς τους στο σχολείο, τη σύγκριση με τα άλλα παιδιά, την ακρίβεια των πράξεών τους, και την καταστροφολογική τους ερμηνεία. Κατά την πορεία, ο εστιασμός της ανησυχίας μπορεί να στρέφεται από ένα αντικείμενο σε άλλο.

Πόσο συχνή είναι η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή;

Είναι διπλάσια σε συχνότητα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Η επικράτηση 1 έτους είναι περίπου 3%, ενώ όλης της ζωής 5%. Η έναρξη της διαταραχής συμβαίνει συχνά κατά την παιδική ηλικία, αν και το να αρχίζουν τα συμπτώματα στα 20 δεν είναι ασύνηθες. Η πορεία της νόσου είναι χρόνια και συχνά επιδεινώνεται με το στρες. Οι ασθενείς συχνά έχουν καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως απελπισία, αίσθηση ματαίωσης και έλλειψης αξιών. Η κατάχρηση αλκοόλ, βαρβιτουρικών και αγχολυτικών φαρμάκων είναι συχνή στους ασθενείς αυτούς. Η συνοσηρότητα με χρόνια κατάθλιψη είναι πολύ υψηλή. Επίσης, μερικοί ασθενείς έχουν ιστορικό με περιστασιακές κρίσεις πανικού.

Πώς αντιμετωπίζεται η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή;

Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις περιλαμβάνουν φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία, όπως προσανατολισμένη στο εγώ καθώς και γνωσιακές – συμπεριφορικές τεχνικές. Δεν υπήρξε κάποια μελέτη που να δείξει ότι κάποια θεραπευτική προσέγγιση είναι ανώτερη από άλλη. Η φαρμακολογική θεραπεία επικεντρώνεται στις βενζοδιαζεπίνες, στα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, και στους αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης – νορεπινεφρίνης.

Τι είναι η διαταραχή πανικού;

Η διαταραχή πανικού χαρακτηρίζεται από την παρουσία επαναλαμβανόμενων και αιφνίδιων κρίσεων πανικού ή μίας απλής κρίσης πανικού που ακολουθείται από τουλάχιστον 1 μήνα επίμονης αγωνίας για επικείμενη κρίση, ανησυχία για τις επιπλοκές ή συνέπειες της κρίσης πανικού ή σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά που σχετίζεται με τις κρίσεις. Απαιτούνται τουλάχιστον 2 αιφνίδιες κρίσεις που δεν συνδέονται με κάποιον παράγοντα, ώστε να διαγνωστεί διαταραχή πανικού, αν και είναι δυνατόν να συμβούν κρίσεις που σχετίζονται με κάποιον εξωτερικό παράγοντα.

Πόσο επηρεάζει τη ζωή του ατόμου η διαταραχή πανικού;

Με τα άτομα που πάσχουν από διαταραχή πανικού σχετίζονται σημαντικά θέματα που αφορούν την ποιότητα ζωής τους. Σε μία μελέτη η συχνότητα των ατόμων που δεν εργάζονταν ήταν 25%, ενώ μόνο 57% μπορούσαν να εργάζονται σε πλήρες ωράριο. Προγνωστικοί παράγοντες της ανικανότητας για εργασία των ατόμων με διαταραχή πανικού είναι η συχνότητα των πανικών, η στάση απέναντι στη νόσο και η απογοήτευση της οικογένειας. Οι ασθενείς με διαταραχή πανικού βρέθηκε να έχουν επίπεδα ψυχικής υγείας και λειτουργικότητα ρόλου πολύ χαμηλότερη από ασθενείς με μείζονες και χρόνιες ιατρικές νόσους.

Πώς εμφανίζεται η κρίση πανικού;

Η βαρύτητα και συχνότητα των κρίσεων πανικού ποικίλουν ευρέως. Για παράδειγμα, ένας ασθενής μπορεί να βιώνει μία κρίση πανικού την εβδομάδα για πολλούς μήνες, ενώ άλλος μπορεί να περιγράφει μία σειρά από κρίσεις μέσα σε μία βδομάδα, με μεσοδιαστήματα εβδομάδων ή μηνών επί αρκετά χρόνια. Η περίπτωση των απαραίτητων (σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM) 4 πλήρων κρίσεων πανικού για να τεθεί η διάγνωση, είναι επίσης συχνή στα άτομα αυτά. Οι ασθενείς επίσης βιώνουν μεγάλη αγωνία για τις επιπλοκές ή τις συνέπειες των κρίσεων πανικού. Κάποιοι έχουν το φόβο ότι έχουν μία απειλητική για τη ζωή τους νόσο, όπως έμφραγμα ή επιληψία. Οι ασθενείς προσέρχονται συχνά στα επείγοντα ή σε κάποιο παθολογικό ιατρείο για εξετάσεις, οι οποίες δεν δείχνουν κάποιο οξύ ιατρικό πρόβλημα. Άλλοι μπορεί να αισθανθούν ότι οι κρίσεις πανικού είναι σημάδι που δείχνει ότι πρόκειται να τρελαθούν. Πολλοί ασθενείς με διαταραχή πανικού μπορεί επίσης να αναπτύξουν αποφευκτική συμπεριφορά και αγοραφοβία, δηλαδή άγχος στο να βρίσκονται σε μέρη και καταστάσεις από τις οποίες η φυγή θα ήταν δύσκολη ή ταπεινωτική ή όπου η βοήθεια θα ήταν αδύνατη.

Ενας κεντρικός παράγοντας στην παθοφυσιολογία του πανικού είναι ο υπεραερισμός. Ασθενείς με διαταραχή πανικού έχει φανεί ότι είναι χρόνιοι υπεραεριζόμενοι ασθενείς οι οποίοι επιπλέον μπορεί να κάνουν οξύ και τυχαίο υπεραερισμό και κάποιες φορές κρίσεις πανικού. Ο υπεραερισμός αυτός δημιουργεί υποκαπνία και αλκάλωση, γεγονός που οδηγεί σε μειωμένη εγκεφαλική ροή και συνεπώς σε ζάλη, σύγχυση και αποπραγματοποίηση. Τα συμπτώματα αυτά του υπεραερισμού θεραπεύονται επιτυχώς με αντιπανική αγωγή ή με κατάλληλες συμπεριφορικές τεχνικές αναπνοής.

Πόσο συχνή είναι η διαταραχή πανικού;

Η επικράτηση για όλη τη ζωή της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία είναι 1,5%-3,5%, ενώ η επικράτηση 1 έτους από 1% έως 2 %. Οι μισοί περίπου από τους ασθενείς με διαταραχή πανικού έχουν αγοραφοβία. Η ηλικία έναρξης κυμαίνεται μεταξύ 17 έως 25 έτη, παρουσιάζοντας διφασική κατανομή. Η πορεία της διαταραχής πανικού ποικίλει από επεισοδιακή έως χρόνια. Η πορεία και η σχέση της αγοραφοβίας με τη διαταραχή πανικού ποικίλει επίσης από επεισοδιακή έως χρόνια. Οι γυναίκες προσβάλλονται συχνότερα από τους άνδρες σε συχνότητα 2:1 έως 3:1. Οι γυναίκες επίσης τείνουν να έχουν μεγαλύτερη συχνότητα διαταραχής πανικού μεταξύ της ηλικίας 25 έως 44 και οι κρίσεις τους τείνουν να συνεχίζονται επί μακρόν περνώντας η ηλικία. Με τη θεραπεία, σε επανέλεγχο μετά από 10 χρόνια, περίπου 30% των ασθενών ήταν πλήρως θεραπευμένοι, 40-50% ήταν κάπως βελτιωμένοι αλλά παρέμεναν με συμπτώματα, και το υπόλοιπο 20-30% δεν έδειξαν αλλαγή ή είχαν χειροτερεύσει. Οι ασθενείς με διαταραχή πανικού και αγοραφοβία τείνουν να έχουν χαμηλότερα ποσοστά ύφεσης (20% σε επανέλεγχο μετά από 18 μήνες) και υψηλότερα ποσοστά υποτροπών, συγκρινόμενοι με τους ασθενείς χωρίς αγοραφοβία. Η πρόγνωση είναι επίσης χειρότερη σε ασθενείς με συνοδό κατάθλιψη ή διαταραχή προσωπικότητας.

Συνυπάρχουν σωματικά προβλήματα στα άτομα με κρίσεις πανικού;

Στην κλινική εξέταση, οι ασθενείς με διαταραχή πανικού έχουν συχνά παροδική ταχυκαρδία και αυξημένη συστολική πίεση στη διάρκεια κάποιων κρίσεων πανικού. Κάποιες μελέτες έδειξαν συσχέτιση μεταξύ διαταραχής πανικού και θυροειδικής νόσου, πρόπτωσης μιτροειδούς βαλβίδας, προβλημάτων λαβυρίνθου, και άσθματος. Οι ασθενείς με διαταραχή πανικού έχουν επίσης αυξημένη συχνότητα θανάτου από καρδιαγγειακές νόσους και αυξημένο κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Συνυπάρχουν άλλα ψυχολογικά προβλήματα στα άτομα με κρίσεις πανικού;

Βρέθηκε επίσης σημαντική συνοσηρότητα με ψυχιατρικές νόσους. Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή συμβαίνει στο 50-60% των ασθενών με διαταραχή πανικού. Στο ένα τρίτο μάλιστα αυτών το καταθλιπτικό επεισόδιο προϋπάρχει της διαταραχής πανικού. Ένα μέρος των ασθενών με διαταραχή πανικού έχουν συνοσηρότητα με διαταραχή από χρήση ουσιών. Οι ασθενείς αυτοί αυτοθεραπεύονται συνήθως με αλκοόλ, βενζοδιαζεπίνες, κάνναβη, κοκαίνη, και άλλους παράγοντες. Η συνοσηρότητα με άλλες αγχώδεις διαταραχές είναι επίσης συχνή, όπως με κοινωνική φοβία (15%-30%), ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (8%-10%), ειδική φοβία (10%-20%) και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (25%). Αυξημένος επίσης κίνδυνος αυτοκτονίας βρέθηκε σε μη επιπεπλεγμένους ασθενείς (7%) και το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά μεγαλύτερο σε διαταραχή πανικού με συνοσηρότητα κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής.

Με ποιές σωματικές καταστάσεις μπορεί να μοιάζει η διαταραχή πανικού;

Αγχος από γενική ιατρική κατάσταση, όπως θυροειδική νόσο, νόσο παραθυροειδών αδένων, καρδιακές αρρυθμίες, νόσος στεφανιαίας αρτηρίας, φαιοχρωμοκύτωμα, υπογλυκαιμία, ίλιγγος, πρόπτωση μιτροειδούς.

Με ποιες ψυχολογικές καταστάσεις μπορεί να μοιάζει η διαταραχή πανικού;

Αγχος από χρήση ή απόσυρση από ουσίες, κοινωνική φοβία (περιστασιακές και όχι αιφνίδιες κρίσεις πανικού συνδεόμενες με κοινωνικές συναντήσεις), ειδική φοβία (κρίση πανικού φειλόμενη σε κάποια κατάσταση ή αντικείμενο), ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (κρίσεις πανικού οφειλόμενες σε έκθεση στο φοβικό αντικείμενο της ιδεοληψίας), μετατραυματική από στρες διαταραχή (κρίσεις πανικού οφειλόμενες σε ερέθισμα που σχετίζεται με το τραυματικό γεγονός), καταθλιπτικές διαταραχές, ψυχωτικές διαταραχές, όπως σχιζοφρένεια, διαταραχή αποπροσωποποίησης, σωματόμορφες διαταραχές, διαταραχές προσωπικότητας.

Ποια είναι η θεραπεία της διαταραχής πανικού;

Η θεραπεία περιλαμβάνει γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία και φαρμακοθεραπεία. Στις απλές θεραπευτικές δοκιμές η άμεση ανταπόκριση κυμαίνεται από 50% έως 60%. Οι συχνότητες αυτές αυξάνονται με τις στρατηγικές ενίσχυσης της θεραπείας. Οι θεραπείες με σκοπό την άμεση ανταπόκριση περιλαμβάνουν τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τις υψηλής ισχύος βενζοδιαζεπίνες, και τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, όπως φλουοξετίνη (Ladose), παροξετίνη (Seroxat), σερταλίνη (Zoloft) και φλουβοξαμίνη (Dumyrox).

Πόσο πιθανό είναι να θεραπευτεί η διαταραχή πανικού;

Πλήρης ύφεση των κρίσεων πανικού με τα αντικαταθλιπτικά συνήθως απαιτεί 4 έως 12 εβδομάδες θεραπείας. Η θεραπεία συνήθως συνιστάται για τουλάχιστον 6 μήνες ώστε να προληφθεί η πρώιμη υποτροπή. Δυστυχώς η θεραπεία της οξείας φάσης δεν οδηγεί συνήθως σε μακροχρόνια ύφεση. Σε επανέλεγχο μετά από 1 έως 4 χρόνια μετά την αντιμετώπιση της οξείας φάσης με ιμιπραμίνη βρέθηκε ότι το 80% των ασθενών είχαν συμπτώματα. Σε επανέλεγχο μετά από 3 χρόνια αντιμετώπισης της οξείας φάσης με διαζεπάμη, αλπραζολάμη ή εικονικό φάρμακο, 60% έδειξαν εξακολούθηση των συμπτωμάτων. Συνεπώς, η θεραπεία συντήρησης πιθανόν να ενδείκνυται για πολλούς ασθενείς με διαταραχή πανικού. Θα πρέπει να εξετάζονται σε αραιά διαστήματα ώστε να μειώνεται η δόση στα ελάχιστα εκείνα επίπεδα στα οποία ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός.

Τι είναι η κοινωνική φοβία;

Ο κεντρικός φόβος του ασθενούς με κοινωνική φοβία ή διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι ότι θα ταπεινωθεί ή θα νιώσει μεγάλη αμηχανία όταν βρεθεί μπροστά σε άλλους. Τα άτομα με κοινωνική φοβία φοβούνται και αποφεύγουν καταστάσεις που απαιτούν να αλληλεπιδράσουν με τους άλλους ή να παρουσιάσουν κάτι όπως το να μιλήσουν μπροστά σε άλλους. Εκτός από την ομιλία μπροστά σε κοινό, οι τυπικοί κοινωνικοί φόβοι περιλαμβάνουν το να τρώνε ή να γράφουν δημόσια, να παρευρίσκονται σε συναντήσεις, να δίνουν συνέντευξη ή να χρησιμοποιούν δημόσιες τουαλέτες. Ένα άτομο μπορεί να έχει έναν ή πολλούς κοινωνικούς φόβους. Η έκθεση στη φοβική κατάσταση αναδύει άγχος το οποίο μπορεί να μοιάζει με προκαλούμενη κρίση πανικού συνοδευόμενη από ερυθρότητα, εφίδρωση και ξηροστομία. Αντίθετα, οι ασθενείς με κρίση πανικού τείνουν να έχουν αίσθημα παλμών και προκάρδιο πόνο. Στα παιδιά, το κοινωνικό άγχος μπορεί να εμφανίζεται με κλάματα, εκρήξεις οργής, πάγωμα, ή αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων που περιλαμβάνουν αλληλεπίδραση με άγνωστους ανθρώπους. Οι ενήλικες και οι έφηβοι υποφέρουν συχνά αναγνωρίζοντας ότι ο φόβος τους είναι υπερβολικός και μη ρεαλιστικός. Τα άτομα με κοινωνική φοβία χρησιμοποιούν συχνά αλκοόλ και ηρεμιστικά σαν αυτοθεραπεία για τα συμπτώματα άγχους, μία συνήθεια που μπορεί να καταλήξει σε κατάχρηση. Οι ασθενείς με γενικευμένη κοινωνική φοβία τείνουν να είναι νεώτεροι, λιγότερο εκπαιδευμένοι και έχουν μεγαλύτερο άγχος και κατάθλιψη από ότι οι ασθενείς με κοινωνική φοβία που σχετίζεται με ομιλία σε κοινό.

Από τι χαρακτηρίζονται τα άτομα με κοινωνική φοβία;

Κοινά στοιχεία της προσωπικότητας των ασθενών με κοινωνική φοβία είναι η υπερευαισθησία στην κριτική, η αρνητική εκτίμηση και απόρριψη, η δυσκολία στο να ζητούν αυτό που θέλουν, και η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν επίσης κοινωνική αδεξιότητα (όπως, δυσκολία να κοιτάνε στα μάτια) ή να έχουν εμφανή σημεία άγχους, όπως ιδρωμένες παλάμες, τρόμο ή τρεμάμενη φωνή. Οι κοινωνιοφοβικοί συχνά έχουν μειωμένη απόδοση στο σχολείο ή τη δουλειά, λόγω του άγχους ή της αποφευκτικής συμπεριφοράς, και η κοινωνική τους ζωή συχνά επηρεάζεται, οδηγώντας σε σημαντική εκπαιδευτική ή οικονομική δυσπραγία. Μία μελέτη έδειξε ότι μέχρι 20% των κοινωνιοφοβικών έχουν ικανοποιητική ποιότητα ζωής.

Πόσο συχνή είναι η κοινωνική φοβία;

Η επικράτηση της κοινωνικής φοβίας κυμαίνεται από 3% έως 13%, προσβάλλοντας συχνότερα τις γυναίκες από ότι τους άνδρες. Συνοσηρές καταστάσεις περιλαμβάνουν την απλή φοβία, τη διαταραχή πανικού, την αγοραφοβία, την ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή, τις διαταραχές διάθεσης, όπως τη μείζονα κατάθλιψη και τη δυσθυμία, τις διαταραχές που σχετίζονται με χρήση ουσιών, τη σωματόμορφη διαταραχή και την αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας. Οι μελέτες δείχνουν ότι οι κοινωνιοφοβικοί με συνοσηρότητα στον Αξονα Ι είναι περισσότερο καταθλιπτικοί και αγχώδεις, σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν συνοσηρότητα. Οι ασθενείς με συνοσηρότητα στον Αξονα ΙΙ είναι περισσότερο καταθλιπτικοί αλλά όχι περισσότερο αγχώδεις, σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν συνοσηρότητα. Οι κοινωνιοφοβικοί σπάνια απαιτείται να νοσηλευτούν. Η έναρξη της διαταραχής είναι συνήθως στην εφηβεία και σπανιότερα στην παιδική ηλικία. Η έναρξη επίσης μπορεί να συμβεί αιφνίδια μετά από ένα στρεσογόνο γεγονός ή σταδιακά. Η διαταραχή συνήθως διατρέχει σε όλη τη ζωή.

Πώς αντιμετωπίζεται η κοινωνική φοβία;

Τόσο η φαρμακολογική θεραπεία, όσο και οι γνωσιακές – συμπεριφορικές θεραπείες, όπως η γνωσιακή ανακατασκευή, η ζωντανή έκθεση και η εκπαίδευση σε κοινωνικές δεξιότητες, βρέθηκε να είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας. Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτές θεραπευτικές προσεγγίσεις φαίνεται να είναι συμπληρωματικές. Η φαρμακολογική θεραπεία μπορεί να επιλεγεί ανάλογα με τον τύπο της κοινωνικής φοβίας.

Με ποιες άλλες ψυχολογικές καταστάσεις μοιάζει η κοινωνική φοβία;

Η κοινωνική φοβία μοιάζει με:

  • Διαταραχή πανικού με αγοραφοβία, στην οποία οι κρίσεις πανικού δεν περιορίζονται στις κοινωνικές περιστάσεις.
  • Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, στην οποία ο φόβος της ταπείνωσης δεν είναι η κύρια εστία του φόβου και του άγχους.
  • Διαταραχή προσωπικότητας σχιζοειδικού τύπου, στην οποία οι κοινωνικές καταστάσεις αποφεύγονται εξαιτίας έλλειψης ενδιαφέροντος του ατόμου να σχετίζεται με τους άλλους.
  • Διαταραχές της διάθεσης όπως μείζων κατάθλιψη και δυσθυμία, στις οποίες το κοινωνικό άγχος και η απόσυρση είναι κοινά στοιχεία με την κοινωνική φοβία, αλλά εδώ είναι δευτερογενή στο καταθλιπτικό σύνδρομο.
  • Σωματοδυσμορφοφοβική διαταραχή, στην οποία η αποφυγή των κοινωνικών καταστάσεων είναι δευτερογενής από το φόβο απόρριψης εξαιτίας της ενδεχόμενης ανακάλυψης του σωματικού ελαττώματος.
  • Ψυχωτικές διαταραχές, στις οποίες η αποφυγή των κοινωνικών καταστάσεων σχετίζεται με την παράνοια.
  • Διαταραχή προσωπικότητας αποφευκτικού τύπου, η οποία αναπτύσσεται από την παιδική ηλικία και συχνά συνοδεύεται από παιδική ντροπή και κοινωνική φοβία.
  • Το άγχος της δημόσιας εμφάνισης, ο φόβος της σκηνής, και η ντροπαλότητα, οι οποίες δεν οδηγούν σε κλινικά σημαντική δυσλειτουργία, αλλά μπορεί να αναπαριστούν μία διακριτή κοινωνική φοβία.
Τι είναι η ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή;

Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες και καταναγκασμούς που προκαλούν σημαντική δυσφορία και δυσκολίες στη λειτουργικότητα του ατόμου. Θα πρέπει να αντιληφθούμε τη σημασία της διαφοράς της αληθινής ιδεοληψίας και ψυχαναγκασμού από την ψυχαναγκαστική εμμονή με την καθαριότητα, το αναμάσημα της σκέψης και την προκατάληψη που δεν είναι δυστονικές προς το εγώ. Θα πρέπει επίσης να διαχωρίσουμε ανάμεσα στους πραγματικούς καταναγκασμούς από άλλες δραστηριότητες που ονομάζονται ψυχαναγκασμοί, όπως το υπερβολικό φαγητό ή ποτό ή την υπερβολική σεξουαλική συμπεριφορά, τα οποία βιώνονται σαν ευχάριστα αλλά οι συνέπειές τους μπορεί να μην είναι ευχάριστες. Το άγχος συνδέεται συχνά με τους ψυχαναγκασμούς, καθώς και η αντίσταση σε αυτούς. Επίσης, το άγχος υποχωρεί αμέσως όταν το άτομο ενδώσει στον καταναγκασμό. Αν και οι περισσότεροι ασθενείς αναγνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους είναι υπερβολική, ορισμένοι έχουν πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης επιμένοντας ότι ο ψυχαναγκασμοί και καταναγκασμοί τους είναι ρεαλιστικοί.

Ποια συμπτώματα κυριαρχούν στην ψυχαναγκαστική διαταραχή;

Παραδείγματα κοινών ψυχαναγκασμών περιλαμβάνουν τις εμμονές που σχετίζονται με τη βρωμιά, τα μικρόβια, και τις μολύνσεις, φόβους ότι θα κάνουν κακό στον εαυτό τους ή σε άλλους εάν δεν φέρουν σε πέρας μία τελετουργία, θρησκευτικού τύπου ψυχαναγκασμοί, και σεξουαλικές ή επιθετικές φαντασιώσεις, όπως φόνος ή βιασμός.

Κοινοί καταναγκασμοί περιλαμβάνουν το υπερβολικό πλύσιμο των χεριών στο 25%-50% των ασθενών με τα συγκεκριμένη διαταραχή, τη συμπεριφορά ελέγχου συνδεόμενη με υπερβολική αμφιθυμία (για παράδειγμα καταναγκαστικός έλεγχος κλειδαριάς ή βρύσης), και ψυχικούς καταναγκασμούς, όπως συνεχής επανάληψη σκέψεων ή αδιάκοπο μέτρημα αριθμών. Οι ασθενείς συχνά αποφεύγουν καταστάσεις που αποτελούν το θέμα των ιδεοληψιών τους, όπως για παράδειγμα δημόσια λουτρά ώστε να αποφύγουν τα περιττώματα και τα μικρόβια.

Ποιες υποομάδες συμπτωμάτων συναντώνται στους ασθενείς με ψυχαναγκαστική διαταραχή;

Ασθενείς με ψυχαναγκασμούς που αφορούν τη βρωμιά και τις μολύνσεις, των οποίων οι τελετουργίες επικεντρώνονται στο πλύσιμο και το καθάρισμα, και τείνουν να μη σχετίζονται με τικ.

Ασθενείς με ψυχαναγκασμούς που αφορούν τη συμμετρία, των οποίων οι τελετουργίες επικεντρώνονται στην τακτοποίηση και τη ρύθμιση πραγμάτων ώστε να είναι στη θέση τους και συμμετρικά. Προσβάλλονται περισσότερο άνδρες απ’ ότι γυναίκες. Οι ασθενείς τείνουν να έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό και μακρύτερη διάρκεια νόσου.

Ασθενείς που ορίζονται σαν ομάδα πρώιμης έναρξης που συνδέονται με τικ. Προσβάλλονται περισσότερο άνδρες απ’ ότι γυναίκες, οι οποίοι μετρούν και ελέγχουν ψυχαναγκαστικά.

Καθαρά ψυχαναγκαστικοί ασθενείς χωρίς καταναγκασμούς.

Ασθενείς με κυρίως ψυχαναγκαστική βραδύτητα, οι οποίοι κάνουν αρκετή ώρα για να τελειώσουν μία δουλειά.

Ασθενείς οι οποίοι με ψυχαναγκαστικό τρόπο μαζεύουν άχρηστα υλικά, όπως παλιές εφημερίδες και γράμματα.

Ασθενείς με παιδιατρικές αυτοάνοσες νευροψυχιατρικές διαταραχές που συνδέονται με στρεπτοκοκκική λοίμωξη (PANDAS) οι οποίοι συνήθως έχουν αιφνίδια έναρξη ψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων κατά την παιδική ηλικία μετά από λοίμωξη με την ομάδα Α του β-αιμολυτικού στρεπτόκοκκου. Αυτοί τείνουν να έχουν θετικό τον κυτταρικό δείκτη D8/17Β ο οποίος ανευρίσκεται επίσης στο ρευματικό πυρετό.

Πόσο συχνή είναι η ψυχαναγκαστική διαταραχή;

Η δια βίου επικράτηση της ψυχαναγκαστικής-καταναγκαστικής διαταραχής είναι περίπου 3%, με 6μηνη επικράτηση περίπου 2%. Οι αριθμοί αυτοί πιθανόν να υποεκτιμούν την πραγματική συχνότητα λόγω της μειωμένης αναφοράς και της μυστικοπαθούς φύσης των ατόμων με τη διαταραχή αυτή. Από την άλλη πλευρά, οι αριθμοί πιθανόν να υπερεκτιμούν τη συχνότητα επειδή οι κλίμακες που χρησιμοποιούνται στις κοινοτικές έρευνες μπορεί να υπερδιαγνώσκουν την πραγματική συχνότητα. Η διαταραχή προσβάλλει εξίσου άνδρες και γυναίκες κατά την ενηλικίωση, αλλά οι άνδρες έχουν πιο πρώιμη ηλικία έναρξης (από 6 έως 15 χρονών) σε σύγκριση με τις γυναίκες (από 20 έως 29 χρονών). Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν μία σταθερή και χωρίς διακυμάνσεις πορεία, με το 15% να έχουν μία αργή φθίνουσα πορεία και το 5% να παρουσιάζουν επεισόδια.

Ποιές καταστάεις συνυπάρχουν συχνά με την ψυχαναγκαστική- καταναγκαστική διαταραχή;
  • Καταθλιπτικές διαταραχές, που προσβάλλουν τις γυναίκες συχνότερα από τους άνδρες με ΨΚΔ. Πάνω από τα δύο τρίτα των ασθενών με ΨΚΔ έχουν δια βίου συνοσηρότητα με κατάθλιψη.
  • Διαταραχές σίτισης, όπως ψυχογενής ανορεξία, η οποία προσβάλλει πιο συχνά τις γυναίκες από ότι τους άνδρες.
  • Σύνδρομο Tourette, που συμβαίνει στο 5 έως 7% των ασθενών με ΨΚΔ. Να σημειωθεί ότι το 35 έως 50% των ατόμων με σύνδρομο Tourette πάσχουν από ΨΚΔ.
  • Διαταραχή τικ, παρούσα ή στο παρελθόν, που συμβαίνει στο 20 έως 30% των ασθενών με ΨΚΔ. Η διαταραχή τικ είναι πιο συχνή στους άνδρες παρά στις γυναίκες ασθενείς.
  • Χρήση ουσιών ή αλκοόλ, που είναι συχνότερη στους άνδρες παρά στις γυναίκες.
  • Σωματο-δυσμορφοφοβική διαταραχή, η οποία βρέθηκε να συνυπάρχει στο ένα τρίτο των ασθενών με ΨΚΔ.
  • Αλλες διαταραχές άγχους, όπως διαταραχή πανικού και κοινωνική φοβία.
  • Ψυχωτικές διαταραχές, όπως σχιζοφρένεια.
Πώς αντιμετωπίζεται η ψυχαναγκαστική διαταραχή;

Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή βρέθηκε ότι ανταποκρίνεται στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και τη συμπεριφορική θεραπεία, ενώ ίσως η ανταπόκριση είναι καλύτερη στον συνδυασμό αυτών των θεραπειών. Μερικοί όμως ασθενείς δεν είναι ικανοί να ακολουθήσουν συμπεριφορική θεραπεία λόγω του έντονου άγχους και των συνοδών καταστάσεων, όπως κατάθλιψη και πτωχή εναισθησία ή λόγω μη διάθεσης κατάλληλα εκπαιδευμένων ψυχοθεραπευτών. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να λάβουν αρκετή φαρμακοθεραπεία πριν ακολουθήσουν και πάλι συμπεριφορική θεραπεία. Μία επαρκής φαρμακοθεραπεία θα πρέπει να διαρκέσει τουλάχιστον 12 βδομάδες στη μέγιστη ανεκτή δόση. Ομως, η βελτίωση των συμπτωμάτων μπορεί να είναι σχετικά αργή και να χρειαστούν αρκετές εβδομάδες. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν ότι ενδέχεται να νιώσουν παρενέργειες πριν να αντιληφθούν τις θετικές επιδράσεις της θεραπείας. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για τουλάχιστον ένα χρόνο μετά τη διαπίστωση ότι η θεραπεία δουλεύει. Γενικά, οι ασθενείς αυτοί χρειάζονται πολύ υψηλότερες δόσεις φαρμάκου συγκρινόμενοι με αυτούς που αντιμετωπίζονται για κατάθλιψη.

Τι είναι οι διαταραχές σίτισης;

Η ομάδα των διαταραχών σίτισης, των διαταραχών του ψυχαναγκαστικού φάσματος, περιλαμβάνει την ψυχογενή ανορεξία, τη βουλιμία και την ανεξέλεγκτη κατανάλωση φαγητού. Τα άτομα με διαταραχές σίτισης έχουν ένα μέσο όρο 10 ψυχαναγκαστικών-καταναγκαστικών συμπτωμάτων τα οποία δεν σχετίζονται με τους χαρακτηριστικούς ψυχαναγκασμούς που αφορούν το σωματικό τους βάρος, την εικόνα του σώματός τους, τη δίαιτα, την άσκηση και την παρασκευή του φαγητού. Οι ανορεξικοί ασθενείς μπορεί να γίνουν περισσότερο ψυχαναγκαστικοί την περίοδο της λιμοκτονίας, αλλά και μετά την ανάληψη του αρχικού βάρους συνεχίζον να εμφανίζουν άλλα ψυχαναγκαστικά-καταναγκαστικά στοιχεία. Οι ασθενείς με διαταραχές σίτισης ενδέχεται να αναπτύξουν σοβαρά ιατρικής φύσης προβλήματα εάν δεν αντιμετωπιστούν θεραπευτικά. Στις περιπτώσεις αυτές είναι αναγκαία η σύγχρονη αντιμετώπιση με έναν παθολόγο ώστε να αποφασιστεί ένα θεραπευτικό πλάνο που να περιλαμβάνει και τις ιατρικού τύπου επιπλοκές.

Τι είναι οι διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων;

Οι διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων περιλαμβάνουν το παθολογικό παίξιμο, την τριχοτιλλομανία, την κλεπτομανία, τις καταναγκαστικές αγορές, την ονυχοφαγία, τους σεξουαλικούς καταναγκασμούς και την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Οι διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων χαρακτηρίζονται από αποτυχία του ατόμου να αντισταθεί στις παρορμήσεις με επιβαρυντικές συνέπειες. Υπάρχει αυξημένη τάση ή διέγερση πριν την πράξη, ευχαρίστηση και ικανοποίηση κατά τη διάρκεια της πράξης και πιθανόν αισθήματα λύπης και ενοχές μετά από αυτήν. Οι διαταραχές αυτές είναι δύσκολο να θεραπευτούν επειδή πολλοί ασθενείς ευνοούνται από την αίσθηση ευχαρίστησης που τους δίνουν. Μερικοί κλινικοί θεωρούν τις διαταραχές αυτές σαν μορφές εθισμού και εξάρτησης υιοθετώντας επιπλέον θεραπείες κινήτρων, όπως τους Gamblers Anonymous.

Η παρορμητική συμπεριφορά δεν έχει ξεκάθαρη λειτουργική σημαντικότητα στη ρύθμιση του άγχους, είτε αυτό είναι αυξημένο είτε μειωμένο, αλλά ο σκοπός της συμπεριφοράς φαίνεται να επικεντρώνεται στη ρύθμιση της ευχαρίστησης. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στη θεραπεία των ασθενών αυτών είναι το να μείνουν στα πλαίσια της θεραπείας. Η ανεπαρκής θεραπεία, που είναι δευτερογενής στην πτωχή παρακολούθηση αυτής, οδηγεί συχνά στην επανεμφάνιση των συμπτωμάτων και την υποτροπή την νόσου.

Τι είναι η μετατραυματική από στρες διαταραχή;

Η μετατραυματική από στρες διαταραχή εισήχθη σαν διαγνωστική κατηγορία μετά την αυξημένη ανίχνευση μετατραυματικών ψυχολογικών καταστάσεων σε βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Το κεντρικό σημείο της διαταραχής είναι η ανάπτυξη χαρακτηριστικών συμπτωμάτων μετά από την έκθεση σε ένα ακραίο ψυχοτραυματικό γεγονός. Αυτό μπορεί να αφορά είτε τον ίδιο είτε τη μαρτυρία του ίδιου για ένα γεγονός το οποίο εμπεριέχει πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό του ίδιου ή άλλου. Μπορεί ακόμη να εμπεριέχει την είδηση για έναν επικείμενο ή βίαιο θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή απειλή θανάτου ή βλάβης που βιώθηκε από ένα μέλος της οικογένειας ή στενό συνεργάτη. Τα συμπτώματα της μετατραυματικής από στρες διαταραχής περιέχουν επίμονη αναβίωση του τραύματος, αποφυγή, υπερεπαγρύπνηση, και ψυχική νωθρότητα. Το πλήρες σύνδρομο διαρκεί για τουλάχιστον 1 μήνα και μπορεί να προκληθεί από ένα οξύ στρέσορα (διάρκεια τουλάχιστον 3 μήνες) ή ένα χρόνιο στρέσορα (διάρκεια πάνω από 3 μήνες). Μπορεί επίσης να υπάρχει καθυστερημένη έναρξη των συμπτωμάτων που συμβαίνει τουλάχιστον 6 μήνες μετά το τραυματικό γεγονός.

Πόσο συχνή είναι η μετατραυματική από στρες διαταραχή;

Μελέτες σε άτομα που είναι σε κίνδυνο έδειξαν επικράτηση που κυμαίνεται από 3% έως 58%. Η μετατραυματική από στρες διαταραχή μπορεί να προσβάλλει μέχρι και το 30% των θυμάτων μιας καταστροφής. Έχουν παρατηρηθεί μακροχρόνιες σωματικές επιδράσεις σε άτομα ακόμα και 30 χρόνια μετά από παραμονή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η συχνότητα στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται από 1% έως 34%. Επιδημιολογική κοινοτική έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι η δια βίου επικράτηση είναι 1%, με συχνότητα 0,5% για τους άνδρες και 1,3% για τις γυναίκες. Μία άλλη κοινοτική έρευνα σε νέους ενήλικες έδειξε ότι η δια βίου επικράτηση είναι 9,2%, με 11,3% για τις γυναίκες και 6% για τους άνδρες. Η φύση του τραύματος που προδιέθεσε τη διαταραχή διέφερε επίσης μεταξύ των φύλων. Το πρωτεύον τραύμα για τους άνδρες ήταν η μάχη και η προσωπική μαρτυρία του θανάτου κάποιου, ενώ στις γυναίκες η σωματικού τύπου επίθεση ή απειλή αφορούσε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις τραυματικής εμπειρίας.

Πόσο επηρεάζονται στη ζωή τους τα άτομα με μετατραυματική από στρες διαταραχή;

Οι ασθενείς με μετατραυματική από στρες διαταραχή παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική λειτουργικότητα, στην εργασία και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Μερικές μελέτες έδειξαν ότι ο βαθμός και η βαρύτητα του στρες των διαπροσωπικών σχέσεων σχετίζεται με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Όμως, σε άλλες μελέτες βρέθηκε ότι ο βαθμός και η μακροχρόνια ανικανότητα των ασθενών σχετίζεται περισσότερο με τα καταθλιπτικά συμπτώματα παρά με τη βαρύτητα συνολικά της διαταραχής. Τα θέματα της ποιότητας ζωής καθώς και της νοσηρότητας στους ασθενείς αυτούς είναι σημαντικά. Οι βετεράνοι του Πολέμου του Κόλπου με μετατραυματική από στρες διαταραχή είχαν υψηλότερη συχνότητα ψυχιατρικών διαταραχών (κατάθλιψη, άγχος, χρήση αλκοόλ και ουσιών, σεξουαλική και γνωσιακή δυσλειτουργία), και παθολογικών διαταραχών (άσθμα, χρόνια κόπωση, ινομυαλγία), σε σύγκριση με βετεράνους που δεν είχαν έρθει σε επαφή με μάχη. Επίσης, τα θύματα με τη νόσο αυτή ήταν περισσότερο πιθανό να είναι άνεργοι.

Ποια είναι τα συμπτώματα της μετατραυματικής από στρες διαταραχής;

Τα θύματα με μετατραυματική από στρες διαταραχή μπορεί να περιλαμβάνουν βετεράνους πολέμου που έχουν συμμετάσχει σε βασανιστήρια ή θάνατο άλλων στρατιωτών ή πολιτών, επιζώντες από αεροπορική ή φυσική καταστροφή, θύματα βιασμού, επιζώντες ολοκαυτώματος, και θύματα καρκίνου. Το τραυματικό γεγονός μπορεί να αναβιωθεί με ποικίλους τρόπους. Πιο συχνά ο ασθενής βιώνει ενοχλητικές και επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του γεγονότος ή επανάληψη του γεγονότος στα όνειρα. Μπορεί επίσης σε κάποιες περιπτώσεις να συμβούν διασχιστικές καταστάσεις που να διαρκούν από δευτερόλεπτα έως ημέρες, στη διάρκεια των οποίων ο ασθενής συμπεριφέρεται σα να ξαναζεί το γεγονός. Ο ασθενής βιώνει σημαντική δυσφορία όταν εκτίθεται σε ερεθίσματα που συμβολίζουν το τραυματικό γεγονός, όπως σε επετείους, ζεστό και υγρό καιρό (για τους βετεράνους του Βιετνάμ), και στολές φρουρών (για τους επιζώντες των ολοκαυτωμάτων). Οι ασθενείς ενδέχεται να αποφεύγουν οτιδήποτε συνδέεται με το τραύμα, όπως ανθρώπους, δραστηριότητες ή καταστάσεις. Η αποφυγή αυτή μπορεί να βιωθεί σαν αμνησία για μία συγκεκριμένη περίοδο στη διάρκεια του γεγονότος. Ψυχική νωθρότητα μπορεί επίσης να παρουσιαστεί στους ασθενείς αυτούς, κατά την οποία αισθάνονται απομονωμένοι και αποξενωμένοι, με ανηδονία και μειωμένη ικανότητα να αισθάνονται συναισθήματα. Τα συμπτώματα τεταμένης συνείδησης που βιώνουν τα θύματα της διαταραχής αυτής περιλαμβάνουν δυσκολίες στον ύπνο, αυξημένο αντανακλαστικό τρομάγματος, υπερεπαγρύπνηση, δυσκολία στη συγκέντρωση, και αυξημένη ευερεθιστότητα.

Πώς εξελίσσεται η μετατραυματική από στρες διαταραχή;

Η μετατραυματική από στρες διαταραχή μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία, περιλαμβανομένης της παιδικής. Τα συμπτώματα συνήθως ξεκινούν τους πρώτους τρεις μήνες μετά το τραύμα, αν και όταν η έναρξη είναι καθυστερημένη, τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και χρόνια μετά το συμβάν. Τα θύματα των καταστροφών τείνουν επίσης να έχουν καθυστερημένη έναρξη της νόσου. Οι περισσότεροι των ασθενών πληρούν τα κριτήρια για διαταραχή από οξύ στρες αμέσως μετά το συμβάν. Οι μισοί από αυτούς τους ασθενείς όμως παρουσιάζουν ύφεση των συμπτωμάτων μέσα σε τρεις μήνες με την κατάλληλη θεραπεία. Έχουν περιγραφεί 3 στάδια της νόσου από τον Scrignar. Το πρώτο στάδιο αφορά στην απάντηση στο τραύμα. Το δεύτερο στάδιο (οξεία μορφή της διαταραχής) συμβαίνει όταν τα συμπτώματα επιμένουν περισσότερο από 4 εβδομάδες. Στη διάρκεια του σταδίου αυτού μπορεί να υπάρξουν συμπτώματα ή συναισθήματα αβοήθητου, έλλειψης ελέγχου, υπερδιεγερσιμότητας, επαναβίωσης του τραύματος, φοβικής αποφυγής, αυξημένου αντανακλαστικού τρομάγματος, και σωματικά ενοχλήματα. Το τρίτο στάδιο περιγράφεται σαν χρόνια μετατραυματική από στρες διαταραχή, όταν ο ασθενής αλλάζει εστιασμό από το οξύ τραύμα στις σωματικές ανικανότητες λόγω του τραύματος. Στη διάρκεια του σταδίου αυτού, η χρήση ουσιών, το άγχος, και η κατάθλιψη είναι συνήθεις παράγοντες που επιπλέκονται. Το ιστορικό ύπαρξης συναισθηματικής διαταραχής είναι παράγοντας κινδύνου ανάπτυξης της μετατραυματικής από στρες διαταραχής στις γυναίκες, ενώ το ιστορικό ύπαρξης διαταραχής άγχους καθώς και η ύπαρξη γονεϊκής ψυχικής διαταραχής είναι παράγοντας κινδύνου στους άνδρες.

Ποια είναι η θεραπεία της μετατραυματική από στρες διαταραχής;

Η θεραπεία της μετατραυματικής από στρες διαταραχής στη γενική κλινική πράξη περιέχει συνήθως συνδυασμό φαρμακοθεραπείας, υποστηρικτικής ψυχοθεραπείας, γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας και ψυχοεκπαίδευση, αν και μπορεί να χρησιμοποιηθούν εξειδικευμένες θεραπείες για ειδικούς πληθυσμούς που είναι θύματα κάποιου ειδικού τραύματος. Όσον αφορά τη φαρμακοθεραπεία, η συνήθης προσέγγιση είναι η έναρξη με ένα αντικαταθλιπτικό το οποίο είναι αποτελεσματικό έναντι της ψυχικής αδράνειας και των άλλων συνοδών ενοχλημάτων. Παρατηρείται θετικό αποτέλεσμα στο 60%-70% των περιπτώσεων. Επιπλέον, τα αντικαταθλιπτικά δείχνουν θετικό αποτέλεσμα στο 60% έως 70% των περιπτώσεων που είναι σε ψυχοθεραπεία. Οι θεραπευτικές προσπάθειες θα πρέπει να διαρκούν τουλάχιστον 12 εβδομάδες.