Κατάθλιψη

Τι εννοούμε με τον όρο κατάθλιψη στην καθημερινή γλώσσα;

Η λέξη κατάθλιψη έχει πολλές διαφορετικές σημασίες. Αλλα εννοούμε όταν την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα και άλλα όταν την χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ένα κλινικό σύνδρομο που απαιτεί θεραπεία. Στην καθομιλουμένη όταν λέμε ότι “σήμερα έχω κατάθλιψη”, “είμαι στεναχωρημένος”, “νιώθω λυπημένος”, “δεν έχω κέφι”, “αυτός ο άνθρωπος σου φέρνει κατάθλιψη” ή “νιώθω μελαγχολικά”, στην ουσία αναφερόμαστε σε μια κατάσταση που έχει να κάνει με την διάθεσή μας. Η διάθεση είναι ένα συναίσθημα και γι’ αυτό συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο “νιώθω” για να το περιγράψουμε. Η διάθεσή μας είναι καταθλιπτική ή μελαγχολική όταν είμαστε λυπημένοι για κάτι. Το αντίθετό της είναι η χαρά. Ωστόσο τις περισσότερες φορές δεν νιώθουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά μάλλον είμαστε σε μια ουδέτερη κατάσταση. Μπορούμε λοιπόν να δούμε ότι υπάρχει μια κλίμακα διαβάθμισης όπου στο ένα άκρο έχει τη χαρά και στο άλλο την λύπη. Οσο πιο κοντά βρισκόμαστε προς την τελευταία τόσο πιο στεναχωρημένοι νιώθουμε, τόσο πιο μελαγχολικά και καταθλιπτικά αισθανόμαστε. Η κατάθλιψη λοιπόν όπως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα έχει μια ποιοτική συνιστώσα αλλά και μια ποσοτική, η οποία μπορεί να εκτείνεται από το ελαφρύ αίσθημα λύπης έως την έντονη κατήφεια και δυστυχία.

Τι εννοούμε με τον όρο Κατάθλιψη στην Ψυχιατρική;

Καταρχήν η κατάθλιψη μπορεί να είναι ένα και μοναδικό σύμπτωμα που συνήθως διαρκεί λίγο ή μπορεί να είναι σύνδρομο ή διαταραχή, που αποτελείται και από άλλα συμπτώματα που τείνουν να επιμένουν. Τα άτομα που παραπονούνται για κατάθλιψη συχνά αναφέρονται σε μια επίμονη αίσθηση κατάπτωσης ή θλίψης, ή έλλειψη ενδιαφέροντος ή ικανοποίησης (ανηδονία). Τα άτομα αυτά είτε παρουσιάζουν οξυθυμία είτε αναφέρεται από άλλους ότι βρίσκονται σε κατάθλιψη ή ότι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για ζωή γιατί είναι συχνά δακρυσμένα η λυπημένα ή δε συμμετέχουν σε δραστηριότητες που, υπό άλλες συνθήκες θα τους προκαλούσαν ευχαρίστηση. Υπάρχουν, όμως, κι άλλα συμπτώματα που συχνά συνοδεύουν την καταθλιπτική διάθεση ή την ανηδονία, που μάλιστα μπορεί να αναφερθούν από τον ασθενή στην πρώτη συνέντευξη. Οι διαταραχές του ύπνου και της όρεξης, τα οποία εμφανίζονται είτε σε ελάχιστο είτε σε υπερβολικό βαθμό, είναι συνηθισμένες. Αλλαγή του βάρους κατά τουλάχιστον 5% μέσα σε ένα μήνα, μπορεί επίσης να συνοδεύει τέτοια συμπτώματα. Οι ασθενείς με κλινικά διαγνωσμένη κατάθλιψη μπορεί επίσης να παραπονεθούν για σχεδόν καθημερινή έλλειψη ενεργητικότητας ή κόπωση, μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης και μειωμένη ικανότητα λήψης αποφάσεων. Οι ασθενείς μπορεί να βρίσκονται σε ένταση ή αναστάτωση, ή αντίθετα να έχουν επιβραδυμένη κινητικότητα. Πολλοί έχουν μειωμένη αυτοεκτίμηση ή νιώθουν υπερβολικές ενοχές και τείνουν να ανακυκλώνουν τα πράγματα. Επιπλέον, ασθενείς με συνοσηρότητα που παίρνουν παράλληλες φαρμακευτικές αγωγές μπορεί επίσης να εμφανίσουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της κατάθλιψης. (π.χ. αϋπνία, χάσιμο βάρους, κόπωση), πράγμα που περιπλέκει την κατάσταση.

Πόσος κίνδυνος για αυτοκτονία υπάρχει στα άτομα με κατάθλιψη;

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο κλινικός πρέπει να καταλήξει αν ο ασθενής έχει όντως επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (και όχι μόνο φόβο του θανάτου), αν έχει παθητικό αυτοκτονικό ιδεασμό (δηλαδή σκέψεις αυτοκτονίας χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, ή αν προτιμά να είχε πεθάνει παρά να είναι ζωντανός), ή αν ο ασθενής έχει ενεργό αυτοκτονικό ιδεασμό (δηλαδή συγκεκριμένο σχέδιο αυτοκτονίας ή απόπειρα στο παρελθόν). Η πιο επικίνδυνη στιγμή για τους αυτοκτονικούς ασθενείς είναι όταν αρχίζουν να αισθάνονται περισσότερο ενεργητικοί αλλά εξακολουθούν να έχουν σκέψεις αυτοκτονίας. Η περίοδος αυτή είναι διανύεται συχνότατα κατά την αρχική θεραπεία και αμέσως μετά το εξιτήριο για όσους ασθενείς έχουν νοσηλευτεί. Το 50% περίπου των ατόμων που αυτοκτονούν έχουν πρότερη διάγνωση κατάθλιψης. Πρώιμοι παράγοντες που αυξάνουν την επικινδυνότητα στους καταθλιπτικούς ασθενείς είναι οι κρίσεις πανικού, ψυχικό άγχος, ανηδονία, χρήση ουσιών και επίμονη αϋπνία. Οι μακροπρόθεσμοι παράγοντες επικινδυνότητας περιλαμβάνουν την απελπισία, τον αυτοκτονικό ιδεασμό και την ύπαρξη προηγούμενων αποπειρών.

Υπάρχουν διάφορες μορφές κατάθλιψης;

Η κατάθλιψη να έχει διαφορετικές υποκατηγορίες. Η κατάθλιψη με χαρακτηριστικά μελαγχολίας είναι μια ξεχωριστή κατάθλιψη που δε βελτιώνεται ούτε προσωρινά (έλλειψη δόνησης του συναισθήματος). Είναι χειρότερη το πρωί (ημερήσια διακύμανση) και εμφανίζει ξύπνημα πολύ νωρίς το πρωί, κινητική επιβράδυνση ή ανησυχία, σημαντική απώλεια βάρους ή ανορεξία, και υπερβολικές ή αδικαιολόγητες ενοχές. Τα άτομα με κατάθλιψη μελαγχολικού τύπου είναι λιγότερο πιθανό να έχουν προνοσηρή διαταραχή προσωπικότητας ή να έχουν κάποιο συγκεκριμένο παράγοντα που προδιαθέτει την εμφάνιση της κατάθλιψης. Η κατάθλιψη μελαγχολικού τύπου επηρεάζει εξίσου και τα δύο φύλα και είναι συνήθως πιο βαριά και κοινότερη στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Η άτυπη κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις της διάθεσης (η διάθεση ανεβαίνει όταν συμβαίνει ένα πραγματικά ή δυνητικά θετικό γεγονός). Επίσης, από σημαντική αύξηση του βάρους ή της όρεξης, αυξημένη διάρκεια ύπνου, αίσθηση ασήκωτου βάρους στα χέρια και στα πόδια και ένα μακροχρόνιο μοντέλο ευαισθησίας στη διαπροσωπική απόρριψη που οδηγεί σε σημαντική διαταραχή της λειτουργικότητας του ατόμου. Η κατάθλιψη με άτυπα χαρακτηριστικά είναι πιο κοινή στις γυναίκες, σε ασθενείς με μικρότερη ηλικία έναρξης και σε όσους εμφανίζουν πιο χρόνια πορεία της ασθένειας.

Η κατάθλιψη μπορεί επίσης να εμφανιστεί στις γυναίκες κατά τις 4 πρώτες εβδομάδες της επιλόχειου περιόδου. Στην επιλόχειο κατάθλιψη υπάρχει ευμεταβλητότητα της διάθεσης. Ενδεχομένως να παρουσιαστεί αυτοκτονικός ιδεασμός, έμμονες σκέψεις άσκησης βίας στο νεογέννητο, έλλειψη συγκέντρωσης και κινητική αναστάτωση. Επίσης, μπορεί να εμφανιστούν ψυχωτικά συμπτώματα, όπως παραληρήματα που αφορούν το βρέφος.

Η κατάθλιψη μπορεί επίσης να κυμαίνεται εποχιακά. Τα επεισόδια συνήθως ξεκινούν το φθινόπωρο ή το χειμώνα και υποτροπιάζουν. Τα συμπτώματα της εποχιακής κατάθλιψης περιλαμβάνουν έντονη έλλειψη ενέργειας, αυξημένη διάρκεια ύπνου, υπερφαγία και αύξηση του βάρους και έντονη επιθυμία για υδρογονάνθρακες. Τα νεότερα άτομα και ιδίως οι γυναίκες φαίνεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης χειμερινής κατάθλιψης.

Πόσο συχνή είναι η κατάθλιψη;

Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, προσβάλλει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Ο δια βίου επιπολασμός κυμαίνεται από 10% έως 25% στις γυναίκες και από 5% έως 12% στους άντρες. Αυτά τα ποσοστά είναι ανεξάρτητα από την εθνικότητα, τη μόρφωση, το εισόδημα και την οικογενειακή κατάσταση. Η μείζων κατάθλιψη έχει υψηλό δείκτη θνησιμότητας, αφού μέχρι και 15 % των ασθενών αυτοκτονούν. Επιπλέον, στους ασθενείς πάνω από 55 ετών η συχνότητα αυτοκτονία είναι τετραπλάσια της συχνότητας θανάτου του γενικού πληθυσμού. Οι ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη αναφέρουν συχνότερα πόνο και σωματικές νόσους, κάνουν περισσότερες επισκέψεις στους γιατρούς και έχουν μειωμένη συνολική λειτουργικότητα.

Μπορεί μαζί με την κατάθλιψη να συνυπάρχουν και άλλες ψυχολογικές δυσκολίες;

Συνυπάρχουσες ψυχιατρικές καταστάσεις ενδέχεται να είναι η δυσθυμία, σε 10% – 15% των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη («διπλή κατάθλιψη»), οι αγχώδεις διαταραχές (π.χ. διαταραχή πανικού, ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή), οι διαταραχές σίτισης (π.χ. ψυχογενής ανορεξία, βουλιμία), οι διαταραχές προσωπικότητας (π.χ οριακή διαταραχή προσωπικότητας) και οι διαταραχές από κατάχρηση ουσιών. Μέχρι και 25% των ασθενών με χρόνιες νόσους, όπως ο διαβήτης, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το εγκεφαλικό επεισόδιο και ο καρκίνος, αναπτύσσουν μείζονα κατάθλιψη.

Πόσο πιθανό είναι να ξανασυμβεί κατάθλιψη;

Η πορεία της υποτροπιάζουσας μείζονος κατάθλιψης ποικίλλει. Κάποιοι ασθενείς έχουν μεμονωμένα επεισόδια μεταξύ των οποίων μεσολαβούν πολλά χρόνια, άλλοι βιώνουν ομάδες επεισοδίων και άλλοι έχουν ένα προοδευτικά αυξανόμενο αριθμό επεισοδίων, μεγαλώνοντας. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς με ένα μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο έχουν και ένα δεύτερο. Τα άτομα που έχουν δύο επεισόδια έχουν 70% πιθανότητα να έχουν και τρίτο. Επιπλέον, 5% έως 10% των ασθενών με μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο στην πορεία εμφανίζουν μανιακό επεισόδιο (π.χ. διπολική ή μανιοκαταθλιπτική διαταραχή). Τα συμπτώματα του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου μπορούν να αναπτυχθούν μέσα σε μέρες η εβδομάδες, ενώ τα πρόδρομα συμπτώματα, όπως το άγχος και τα ήπια καταθλιπτικά συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες ή και μήνες. Ένα επεισόδιο που δεν έχει αντιμετωπιστεί συνήθως διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες ανεξάρτητα με την ηλικία έναρξης. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν πλήρη ύφεση. Στο 20 έως 30% των περιπτώσεων η ύφεση είναι μόνο μερική και στο 5% έως 10% το μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει για 2 ή περισσότερα χρόνια.

Πόσο αποτελεσματική είναι η θεραπεία για κατάθλιψη;

Το 60% έως 80% των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη ανταποκρίνεται σε μία και μόνη φαρμακοθεραπεία, σε επαρκή δόση, διάρκειας τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι θα έχουν τουλάχιστον μια μερική ανταπόκριση. Το 10% -15% των ασθενών δε βελτιώνονται επαρκώς. Για όσους δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πρώτη φαρμακευτική προσπάθεια ο συνδυασμός φαρμάκων ή η αλλαγή σε διαφορετικό φάρμακο είναι συχνά αποδοτική. Πολλοί ασθενείς που θεωρούνται ανθιστάμενοι στη φαρμακευτική αγωγή, συχνά δεν την έχουν λάβει σε επαρκή δόση ή διάρκεια. Επίσης, ασθενείς με συνυπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως διαταραχές προσωπικότητας, έχουν χαμηλότερη συχνότητα ανταπόκρισης.

Τι είναι η Διπολική Διαταραχή;

Η διπολική διαταραχή περιγράφεται σαν την παρουσία ενός ή περισσότερων επεισοδίων μανίας (στην περίπτωση της διπολικής διαταραχής τύπου Ι) ή υπομανίας (στην περίπτωση της διπολικής διαταραχής τύπου ΙΙ), με ή χωρίς μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Με άλλα λόγια, ή μονοπολική μανία αποτελείται μόνο από μανία χωρίς καμία μείζονα κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή τύπου Ι αποτελείται από μανία με μείζονα κατάθλιψη και η διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ αποτελείται από υπομανία με μείζονα κατάθλιψη. Εντούτοις, η μονοπολική μανία συμβαίνει πολύ σπάνια.

Πόσο επιβαρύνει η διπολική διαταραχή τον ασθενή;

Η νοσηρότητα και η θνησιμότητα που συνδέονται με τη διπολική διαταραχή είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, μια γυναίκα που έχει ηλικία έναρξης της διπολικής διαταραχής τα 25 έτη, σε περίπτωση που δε λάβει θεραπεία, θα χάσει συνολικά 9.2 χρόνια ζωής και 14.2 χρόνια σημαντικής κοινωνικής δραστηριότητας.

Το 10-15% των διπολικών ασθενών αυτοκτονούν. Η βία, όπως, π.χ. η κακοποίηση συζύγων και παιδιών, είναι συχνό φαινόμενο κατά τη διάρκεια μανιακών και υπομανιακών επεισοδίων. Επίσης, με αυτή σχετίζεται η εγκατάλειψη του σχολείου, η σχολική αποτυχία και η αντικοινωνική συμπεριφορά. Στο επίπεδο των ψυχικών διαταραχών η διπολική διαταραχή συνδέεται με διαταραχές της σίτισης, διαταραχή ελαττωμένης προσοχής και υπερκινητικότας και διαταραχές σχετιζόμενες με χρήση ουσιών.

Πόσο συχνή είναι η διπολική διαταραχή;

Ο επιπολασμός της διπολικής διαταραχής Ι για όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου είναι 1.2% και της διπολική διαταραχή ΙΙ είναι 0.5 %. Η διπολική διαταραχή Ι αποτελεί σχεδόν το 20% των μειζόνων διαταραχών της διάθεσης. Η ηλικία έναρξης της διπολικής διαταραχής κορυφώνεται στα 18 έτη για τους άντρες και στα 20 για τις γυναίκες. Το να πρωτοεμφανίζεται η μανία στην τρίτη ηλικία δεν είναι σπάνιο αλλά συνδέεται γενικά με κάποια οργανική αιτιολογία. Η διπολική διαταραχή δεν εμφανίζεται περισσότερο σε κάποιο από τα δύο φύλα, εκτός από την περίπτωση του ταχέως κύκλου (δηλαδή 4 ή περισσότερα μανιακά ή υπομανιακά επεισόδια το χρόνο) όπου οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται.

Ποια είναι η πορεία και εξέλιξη της διπολικής διαραταχής;

Η διπολική διαταραχή είναι υποτροπιάζουσα. Πάνω από το 90% των ασθενών με μεμονωμένο επεισόδιο μανίας υποτροπιάζουν στο μέλλον. Τα μανιακά και τα υπομανιακά επεισόδια συνήθως προηγούνται ή έπονται ενός καταθλιπτικού επεισοδίου και ακολουθούν ένα ατομικό μοντέλο επανάληψης για κάθε ασθενή. Το διάστημα μεταξύ επεισοδίων τείνει να μικραίνει με την ηλικία. Οι περισσότεροι διπολικοί ασθενείς μετά από ένα μανιακό / υπομανιακό επεισόδιο επιστρέφουν στην προηγούμενη ομαλή συναισθηματική τους κατάσταση. Εντούτοις, 15%-30% των ασθενών παρουσιάζουν μόνο μερική υποχώρηση και έχουν συμπτώματα και μεταξύ των επεισοδίων. Η ατελής επιστροφή στην προηγούμενη ομαλή συναισθηματική κατάσταση συμβαίνει συνηθέστερα στους ασθενείς με συνυπάρχοντα ψυχωτικά συμπτώματα κατά τη μανία. Μεταξύ 10% και 15% των εφήβων με υποτροπιάζοντα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια αναπτύσσουν διπολική διαταραχή. Τα μικτά επεισόδια μανιακών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων τείνουν να είναι συχνότερα στους έφηβους και τους νέους ενήλικες από ότι στους μεγαλύτερους ενήλικες. Οι γυναίκες με διπολική διαταραχή βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης επιλόχειων επεισοδίων, τα οποία συχνά είναι ψυχωτικά.

Τι κοινό έχει η διπολική διαταραχή με την κυκλοθυμία;

Η κυκλοθυμία είναι μια χρόνια αναστάτωση της διακύμανσης του συναισθήματος που εκφράζεται με πολυάριθμα υπομανιακά επεισόδια και συμπτώματα κατάθλιψης που δεν πληρούν τα κριτήρια για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών, ή 1 έτους σε παιδιά και εφήβους. Οι διαταραχές που σχετίζονται με τη χρήση και τον ύπνο μπορεί να σχετίζονται με την κυκλοθυμία. Η κυκλοθυμία δεν εμφανίζεται περισσότερο σε κάποιο από τα δύο φύλα και τείνει να έχει μικρή ηλικία έναρξης. Ο επιπολασμός της κυκλοθυμίας για όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου είναι 1%. Ο κίνδυνος για έναν ασθενή με κυκλοθυμία να αναπτύξει διπολική διαταραχή είναι 15% με 50%.

Tι είναι η δυσθυμία;

Δυσθυμία είναι η παρουσία μιας χρόνιας καταθλιπτικής διάθεσης που διαρκεί για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, τις περισσότερες ημέρες, για τουλάχιστον 2 χρόνια (1 χρόνο για παιδιά και εφήβους). Επίσης, στη δυσθυμία είναι παρόντα τουλάχιστον 2 από τα συμπτώματα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής (αλλαγή στην όρεξη και στις συνήθειες του ύπνου, χαμηλή ενεργητικότητα, χαμηλή αυτοπεποίθηση, μικρή δυνατότητα συγκέντρωσης, απελπισία).

Πόσο συχνή είναι η δυσθυμία;

Η δυσθυμία έχει ετήσιο επιπολασμό 6% και προσβάλλει τις γυναίκες 1.5 έως 3 φορές περισσότερο από ότι τους άντρες. Η έναρξη της δυσθυμίας συνήθως είναι ύπουλη και γίνεται σε νεαρή ηλικία. Η δυσθυμία σπάνια συναντάται μόνη. Σε περισσότερα από τα τρία τέταρτα των ασθενών συνυπάρχει μια ακόμα διαταραχή, συνήθως κατάθλιψη (δίνοντας γένεση στη λεγόμενη «διπλή κατάθλιψη»). Άλλες συνυπάρχουσες διαταραχές μπορεί να είναι η διαταραχή άγχους, η χρήση ουσιών, η διαταραχή προσωπικότητας, η διαταραχή διαγωγής, η διαταραχή ελαττωμένης προσοχής και υπερκινητικότητας, οι διαταραχές μάθησης και η νοητική καθυστέρηση.

Τί είναι το πένθος;

Το πένθος είναι αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Κάποια άτομα που πενθούν μπορεί να εμφανίσουν χαρακτηριστικά συμπτώματα μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου, όπως η λύπη, η αϋπνία, η έλλειψη όρεξης και το ξέσπασμα σε κλάματα. Η διάρκεια και η έκφραση των συμπτωμάτων μπορεί να ποικίλλει μεταξύ πολιτισμών.

Είναι το πένθος μια παθολογική κατάσταση;

Παρόλα αυτά, τα επεισόδια που διαρκούν για περισσότερο από 2 μήνες μετά την απώλεια ταξινομούνται σαν μείζων κατάθλιψη. Συμπτώματα που δεν είναι χαρακτηριστικά του μη επιπεπλεγμένου πένθους είναι οι ενοχές (όχι οι χαρακτηριστικές ενοχές του επιζώντα), όσες σκέψεις θανάτου διαφέρουν από τις πιθανές σκέψεις του επιζώντα ότι θα μπορούσε να έχει πεθάνει μαζί με τον εκλιπόντα, οι επίμονες σκέψεις περί προσωπικής αχρηστίας, η σημαντική ψυχοκινητική επιβράδυνση, η παρατεταμένη σημαντική διαταραχή λειτουργικότητας, οι ψευδαισθήσεις (εκτός του να ακούει ο ασθενής τη φωνή ή να βλέπει την εικόνα του εκλιπόντος) καθώς και οι σοβαρές αυτοκτονικές σκέψεις ή η ανάλογη συμπεριφορά.

Πώς αντιμετωπίζεται το πένθος;

Σε πολλές περιπτώσεις η αντιμετώπιση που προτιμάται είναι η ψυχοθεραπεία που έχει σα στόχο να βοηθήσει τον ασθενή να αναπτύξει εκείνες τις δεξιότητες με τις οποίες θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την απώλεια. Αν, παρόλα αυτά, τα συμπτώματα είναι σοβαρά και δεν υποχωρούν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι μια θεραπευτική επιλογή. Η φαρμακευτική αγωγή είναι παρόμοια με αυτή που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της χρόνιας κατάθλιψης, αν και για πολύ πιο σύντομο χρόνιο διάστημα. Η διάρκεια τη θεραπείας εξαρτάται από την ταχύτητα ανταπόκρισης του ασθενή και από την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Η αλήθεια είναι πως οι ασθενείς ωφελούνται πολύ περισσότερο από την ψυχοθεραπεία αν τα συμπτώματα της κατάθλιψης μπορέσουν να απαλυνθούν.

Τι εννοούμε με τον όρο διαταραχή προσαρμογής;

Με τον όρο διαταραχή προσαρμογής αναφερόμαστε στην ανάπτυξη σημαντικών συναισθηματικών ή συμπεριφορικών συμπτωμάτων σαν αντίδραση σε προσδιορισμένο στρεσογόνο παράγοντα, η οποία παρουσιάζεται μέσα σε διάστημα 3 μηνών από το στρες. Οι ασθενείς είναι ανίκανοι να λειτουργήσουν και βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερη απόγνωση από ότι αναμένεται κρίνοντας από την κατάσταση.

Μπορεί η διαταραχή προσαρμογής να εξελιχθεί σε κάτι χειρότερο;

Μια διαταραχή προσαρμογής που δεν υποχωρεί τελείως σε διάστημα 6 μηνών από την στρεσογόνο αιτία διαγνώσκεται σα μείζων κατάθλιψη. Μπορεί, ωστόσο, τα συμπτώματα να παραταθούν για περισσότερο από 6 μήνες στην περίπτωση που η στρεσογόνος αιτία είναι χρόνια (π.χ. μια χρόνια ιατρική κατάσταση που προκαλεί αναπηρία) ή πρόκειται για ένα γεγονός με μακροπρόθεσμες συνέπειες (π.χ. διαζύγιο). Αν δε, πρόκειται για πένθος, δεν μπορεί να γίνει διάγνωση για διαταραχή προσαρμογής. Οι διαταραχές προσαρμογής συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας και αποπειρών αυτοκτονίας. Η παρουσία διαταραχής της προσαρμογής συχνά επιπλέκει την πορεία της ασθένειας στα άτομα που πάσχουν από μια γενική ιατρική κατάσταση, μειώνοντας, για παράδειγμα τη συμμόρφωση ή αυξάνοντας τη διάρκεια νοσηλείας. Η συνολική παρουσία όλων των διαταραχών προσαρμογής στα εξωτερικά ιατρεία ψυχικής υγείας κυμαίνεται από 5% έως 20%.

Πώς αντιμετωπίζεται η διαταραχή προσαρμογής;

Η αντιμετώπιση της διαταραχής προσαρμογής γενικά γίνεται με ψυχοθεραπεία. Εντούτοις, αιτιολογείται η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά στα σοβαρές περιπτώσεις ή όπου δημιουργούνται σημαντικές επιπλοκές. Οι δόσεις που χρησιμοποιούνται είναι παρόμοιες με αυτές της μείζονος κατάθλιψης. Η διάρκεια τη θεραπείας εξαρτάται από την ταχύτητα ανταπόκρισης του ασθενή και από την υποχώρηση των συμπτωμάτων.