Δομή Ιστοσελίδας |
Κεντρική σελίδα > Ψυχικές Διαταραχές > Κατάθλιψη > Κατάθλιψη σε Ηλικιωμένους Κατάθλιψη σε ΗλικιωμένουςΗ κατάθλιψη είναι μία από τα περισσότερο συχνά και σοβαρά σύνδρομα στη γηριατρική ψυχιατρική. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι ηλικιωμένοι είναι προδιατεθημένοι στην κατάθλιψη λόγω, σχετιζόμενων με την ηλικία, δομικών και βιοχημικών αλλαγών που αυξάνουν την ευαλωτότητα, παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο όπως το πένθος ή άλλες απώλειες, και λόγω ιατρικής φύσης προβλημάτων και περιορισμού σε ιδρύματα που είναι συχνότερα με το πέρασμα της ηλικίας. Οι ηλικιωμένοι επίσης έχουν δυσανάλογα υψηλή συχνότητα αυτοκτονίας, περίπου 4 φορές περισσότερη, σε σχέση με άλλους ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη. Με συντηρητικούς υπολογισμούς, η μείζων κατάθλιψη συμβαίνει περίπου σε 2% των ηλικιωμένων, η δυσθυμία στο 2%, και η διπολική διαταραχή στο 0,2%. Στους υπολογισμούς αυτούς εξαιρούνται ασθενείς που υποφέρουν από διαταραχή προσαρμογής και πένθος. Η μείζων κατάθλιψη έχει μεγαλύτερη συχνότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς που νοσηλεύονται σε νοσοκομεία ή άλλα ιδρύματα και κυμαίνεται από 10-20%. Αρκετές μελέτες επίσης έδειξαν ότι τα καταθλιπτικά συμπτώματα είναι περισσότερο συχνά σε ηλικιωμένους πάνω από 80 ετών, και σε ηλικιωμένες γυναίκες, σε σχέση με ηλικιωμένους άνδρες. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν διαφορετική εμφάνιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, συγκρινόμενοι με τους νεώτερους, παρουσιάζοντας ειδικά περισσότερα σωματικά συμπτώματα και λιγότερο ανοικτά συμπτώματα από τη διάθεση. Όπως και με τα άλλα γηριατρικά ψυχιατρικά σύνδρομα, η απόκτηση ενός συλλογικού ιστορικού από μέλη της οικογένειας είναι σημαντική για τη διάγνωση της κατάθλιψης. Οι ηλικιωμένοι καταθλιπτικοί έχουν συχνότερα την τάση να αναπτύσσουν ψυχωτικά συμπτώματα στη διάρκεια του επεισοδίου, σε σχέση με τα νεότερα άτομα. Μελέτες επίσης έδειξαν ότι οι καταθλιπτικοί άνδρες ήταν σημαντικά περισσότερο πεσιμιστές, σε σχέση με τις γυναίκες με κατάθλιψη. Οι ηλικιωμένοι καταθλιπτικοί ασθενείς επίσης βαθμολογούν υψηλότερα στις κλίμακες για την αλεξιθυμία (την ανικανότητα κάποιου να περιγράψει τη συναισθηματική του κατάσταση) και τις δυσλειτουργικές στάσεις. Στους γηριατρικούς ασθενείς με μείζονα κατάθλθψη, η ανάρρωση από μία προηγούμενη σωματική νόσο μπορεί να αυξήσει την ανταπόκριση στην αντικαταθλιπτική θεραπεία. Σε ασθενείς με σταθερά σοβαρή σωματική ανικανότητα η απάντηση στα αντικαταθλιπτικά μπορεί να είναι μειωμένη. Επίσης, βρέθηκε ότι η κατάθλιψη αυξάνει το ενδεχόμενο ανικανότητας, γεγονός που προϋποθέτει για σοβαρότερη κατάθλιψη. Σημαντικός παράγοντας είναι η συνοσηρότητα με χρόνιες ιατρικές καταστάσεις, όπως καρκίνο, έμφραγμα μυοκαρδίου, νόσο Parkinson, αρθρίτιδα, υπέρταση, αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, και διαβήτη. Επίσης, πολλά κοινά φάρμακα, όπως οι β-αναστολείς, είναι δυνατόν να παράγουν καταθλιπτικά συμπτώματα. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να επανεξετάζουμε τα λαμβανόμενα φάρμακα στην περίοδο αυτή. Επιπλέον της ενδελεχούς ψυχιατρικής και παθολογικής εξέτασης, εξετάσεις όπως, γενική αίματος, βιοχημικές εξετάσεις, VDRL τεστ για τη σίφυλη, γενική ούρων, επίπεδα βιταμίνης Β12 και φυλικού, εξετάσεις θυροειδούς, και ηλεκτροκαρδιογράφημα, είναι ένας σημαντικός έλεγχος για την ανίχνευση ιατρικών νόσων. Ειδικότερες εξετάσεις θα μπορούσε να είναι η απεικόνηση εγκεφάλου και η πολυυπνογραφία. ΘεραπείαΗ κλινική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ψυχοφαρμακολογία, την ηλεκτροσπασμοθεραπεία, την ψυχοθεραπεία (ειδικότερα γνωσιακή και συμπεριφορική), και την εκπαίδευση της οικογένειας. Οι ηλικιωμένοι ενδέχεται να έχουν τροποποιημένη ηπατική λειτουργία, ειδικότερα σε σχέση με τη φάση Ι που περιλαμβάνει απομεθυλίωση και υδροξυλίωση, οι οποίες είναι μεταβολικοί οδοί που αδρανοποιούν τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά. Επίσης, η νεφρική λειτουργία ενδέχεται να είναι μειωμένη, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευαισθησία στην αγωγή. Έτσι, οι ηλικιωμένοι ασθενείς χρειάζονται γενικά πολύ χαμηλότερη τόσο δόση έναρξης όσο και τελική δόση, λογω της μειωμένης κάθαρσης των λαμβανομένων φαρμάκων και της μεγαλύτερης πιθανότητας για παρενέργειες. Η σταδιακή αύξηση της αγωγής θα πρέπει επίσης να γίνεται σε περισσότερο αργό ρυθμό από ότι στα νεότερα άτομα. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ανέχονται γενικά τις παρενέργειες των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), των αναστολέων επαναπρόσληψης σροτονίνη-νορεπινεφρίνη (SNRIs), και των άλλων άτυπων αντικαταθλιπτικών πολύ καλύτερα από τις παρενέργειες των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (TCAs) και των αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (MAOIs). Οι ασθενείς αυτοί τείνουν να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αντιχολινεργικές επιδράσεις, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν δυσκοιλιότητα, κατακράτηση ούρων, και ντελίριο και στις αδρενεργικές επιδράσεις, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση και συνεπώς πτώσεις στο έδαφος. Επιπρόσθετα, επειδή τα TCAs είναι τύπου 1Α αντιαρρυθμικά, αντενδείκνυνται σε ασθενείς με γνωστή καρδιακή νόσο επειδή θα είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο για δημιουργία προβλημάτων αγωγιμότητας. Επίσης, οι γηριατρικοί ασθενείς μπορεί να είναι γενικά περισσότερο ευαίσθητοι στις καρδιολογικές παρενέργειες από τη χρήση TCAs. Οι πλέον προβληματικές παρενέργριες των σεροτονεργικών αγωγών είναι η ευερεθιστότητα και η απώλεια βάρους. Τέλος, οι πιο βαριές καταθλίψεις με μελαγχολικά και ψυχωτικά στοιχεία δεν απαντούν τόσο καλά στα νεώτερα αντικαταθλιπτικά όπως συμβαίνει με τα TCAs ή τα SNRIs. Στις περιπτώσεις αυτές, η ηλεκτροσπασμοθεραπεία με την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη παραμένει μία ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για τους ηλικιωμένους ασθενείς, ειδικότερα αυτούς με βαρειά ωυχωτική κατάθλιψη. Οι δόσεις έναρξης στους γηριατρικούς ασθενείς είναι πολύ χαμηλότερες απότι στους υγιείς νεώτερους. Επίσης, ο ρυθμός αύξησης της δόσης και το εύρος της θεραπευτικής δόσης είναι χαμηλότερος. |