English Website
Κεντρική σελίδα > Ψυχικές Διαταραχές> Επιθετικότητα

Επιθετικότητα

ΑΝΔΡΟΓΟΝΑ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

ΟΡΕΣΤΗΣ ΓΙΩΤΑΚΟΣ

Εισαγωγή
Εδώ και κάποιες δεκαετίες οι επιστήμονες προσπαθούν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της επιθετικότητας, και επιπλέον, να διευκρινήσουν τις διαφορές που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των δύο φύλων. Ανάμεσα στους βιολογικούς παράγοντες, έχει μελετηθεί αρκετά το ενδοκρινικό σύστημα, και ειδικά η τεστοστερόνη. Πολλές μελέτες σε ζώα έχουν δείξει έναν αιτιακό ρόλο των ανδρογόνων στην ανάπτυξη διαφορετικού τύπου επιθετικότητας στα δύο φύλα. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής στο μηχανισμό αλληλεπίδρασης των ανδρογόνων με άλλους ορμονικούς παράγοντες, με το νευρομεταβιβαστικό σύστημα, αλλά και με την εκδήλωση της ίδιας της επιθετικότητας [1].

Ανδρογόνα και επιθετική συμπεριφορά στα ζώα
Μελέτες σε ζώα δείχνουν γενικά ότι η παρουσία ανδρογόνων στην πρώιμη ζωή είναι σημαντική για την εγκατάσταση ενός βιολογικού υπόβαθρου για μελλοντική επιθετική συμπεριφορά [1]. Οι περισσότερες έρευνες που αφορούν την επίδραση των ορμονών σε ανθρώπους σχετίζονται με σύνδρομα κατά τα οποία υπάρχει αυτόματη υπερεπάρκεια ή έλλειψη στη διάρκεια της εμβρυϊκής ή νεογνικής ζωής ή χορήγηση ορμονικής θεραπείας στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αξίζει να σημειωθεί η δυσκολία σχεδιασμού και εφαρμογής έρευνας που θα μπορούσε δυνητικά να βλάψει τον άνθρωπο. Έτσι, οι έρευνες αυτού του τύπου περιορίζονται κυρίως σε σύνδρομα, από τη μελέτη των οποίων διερευνάται η επίδραση της πρώιμης έκθεσης σε ορμόνες στην ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς στο μέλλον. Πολλές μελέτες σε ζώα ενισχύουν την άποψη ότι οι διαφορές φύλου στην έκφραση της επιθετικότητας προσδιορίζονται από γενετικούς παράγοντες. Ο Harlow [2], για παράδειγμα, παρατήρησε ότι αρσενικοί πίθηκοι που μεγάλωσαν με εικονικές μητέρες συμπεριφέρονταν περισσότερο επιθετικά, σε σχέση με τους θηλικούς που εκτίθεντο σε ταυτόσημες συνθήκες. Είναι δύσκολο βέβαια να προσδιοριστεί η συνεισφορά τόσο του τρόπου ανατροφής όσο και των γενετικών παραγόντων, στη διαφοροποίηση αυτή. Οι παρατηρούμενες διαφοροποιήσεις είναι πιθανότερο να είναι το αποτέλεσμα γενετικά προσδιορισμένων διαφορών στο μυοσκελετικό αλλά και στο νευρικό σύστημα, οι οποίες ευνοούν την επιθετικότητα στους αρσενικούς πίθηκους [3]. H ορμονική συνεισφορά στην διαφοροποίηση της επιθετικότητας έχει επίσης υποτεθεί από τις ορμονικές αλλαγές και την αναπτυσσόμενη επιθετικότητα στη διάρκεια της εφηβείας. Η συνύπαρξη υψηλών επιπέδων ανδρογόνων και επιθετικότητας μπορεί να αποδειχθεί σε αρκετά είδη ζώων. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα σε ποντίκια ότι, η ανύψωση της τεστοστερόνης κατά την εφηβεία αυξάνει τη συχνότητα επιθετικών εμπλοκών [4]. Η συσχέτιση όμως αυτή θα ήταν δύσκολο να είναι η μοναδική. Εξάλλου θα πρέπει να συνυπολογίζεται η εποχιακή κατανομή των ορμονών μέσα στο κάθε σπονδυλωτό. Τέτοια κατανομή έχει παρατηρηθεί σε πτηνά, ποντίκια, και πιθήκους [5]. Υπάρχουν επίσης ευρήματα για διαφορετική κατανομή επιπέδων ανδρογόνων, με αντίστοιχα επίπεδα επιθετικότητας, σε διάφορα είδη του ίδιου σπονδυλωτού. Τέτοια ευρήματα υπάρχουν για διαφορετικά είδη ποντικιών και πιθήκων [6, 7]. Η συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και επιθετικότητας φάνηκε περισσότερο με έρευνες κατά τις οποίες η επιθετικότητα μειώθηκε με την αναστολή παραγωγής των γοναδικών ορμονών ή αυξήθηκε όταν χορηγήθηκαν οι ορμόνες αυτές σε ακέραια ή γοναδεκτομημένα ζώα. Παρατηρήθηκε ότι χορήγηση τεστοστερόνης σε ζώα αυξάνει την επιθετικότητα σε πολλά είδη ζώων. Συγκεκριμένα, θεραπεία με ανδρογόνα σε αρσενικά ποντίκια εφηβικής ή ενήλικης περιόδου ζωής αυξάνει σημαντικά την επιθετικότητα [8]. Χορήγηση ανδρογόνων σε μία ιδιαίτερα επιθετική ποικιλία θηλυκών ποντικιών προκάλεσε επίσης σημαντικά αυξημένη επιθετικότητα [9]. Επιπλέον, ο ευνουχισμός σε ποντίκια έτεινε να μειώσει σημαντικά την επιθετικότητα, ενώ η χορήγηση ανδρογόνων επανέφερε και πάλι τη "χαμένη επιθετικότητα" [10]. Λεπτομερής μελέτη των Wagner et al [11], έδειξε όλες τις διαστάσεις του φαινομένου αυτού στα ποντίκια. Συγκεκριμένα, μελετήθηκε αρχικά η επιθετικότητα, μετρώντας τα δαγκώματα που επιχειρούσαν, και βρέθηκε ότι τα ακέραια αρσενικά ήταν πολύ περισσότερο επιθετικά, σε σχέση με τα ακέραια θηλυκά ποντίκια. Όταν ευνουχίστηκαν, η συχνότητα δαγκώματος έπεσε σχεδόν στα επίπεδα των θηλυκών. Αντίθετα, η ωοθηκεκτομή δεν είχε κάποια ιδιαίτερη επίπτωση στη συχνότητα δαγκώματος των θηλυκών. Η χορήγηση ανδρογόνων που ακολούθησε, επανέφερε τη συχνότητα δαγκωμάτων των ευνουχισμένων αρσενικών στα προεγχειρητικά επίπεδα, αλλά δεν είχε κάποια ιδιαίτερη επίπτωση στα ακέραια ζώα. Η χορήγηση ανδρογόνων στα θηλυκά προκάλεσαν ελάχιστη μόνο αύξηση της συχνότητας δαγκώματος. Η χορήγηση οιστρογόνων δεν προκάλεσε ιδιαίτερες αλλαγές στις ομάδες των ζώων. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν τη συνεισφορά των ανδρογόνων στην επιθετική συμπεριφορά, και συγχρόνως την ελάχιστη συνεισφορά των οιστρογόνων. Η επίδραση των ανδρογόνων τόσο στη σεξουαλική όσο και στην επιθετική συμπεριφορά έχει αποδειχθεί με έρευνες στις οποίες χορηγήθηκαν ανδρογόνα σε πιθήκους κατά τη διάρκεια των πρώιμων αναπτυξιακών σταδίων ή λίγο πριν τη εφηβεία. Οι vanWageneen & Hamilton [12], χορήγησαν συνθετική τεστοστερόνη σε εγκύους πιθήκους, και παρατήρησαν ότι οι γενετικά θηλυκοί απόγονοι ήταν ψευδερμαφρόδιτοι, έχοντας ανδρικά γεννητικά όργανα και σωματική δομή. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στους γενετικά αρσενικούς απογόνους. Οι Goy et al [13] προσδιόρισαν την κριτική περίοδο αρρενοποίησης μετά από ορμονική θεραπεία, κατά την οποία παράγονται ψευδερμαφρόδιτοι θηλυκά προκαθορισμένοι πίθηκοι. Παρατήρησαν ότι θηλυκοί πίθηκοι που έλαβαν ανδρογόνα κατά την εμβρυϊκή περίοδο, είτε μέσω της μητέρας τους είτε κατευθείαν τα ίδια με ένεση, έδειχναν, επιπλέον των άλλων, ανδρικού τύπου σεξουαλική συμπεριφορά καθώς και επιθετική συμπεριφορά. Η σύνδεση αυτή σεξουαλικής-επιθετικής συμπεριφοράς δείχνει να είναι ανεξάρτητη των γυναικείων γοναδικών ορμονών. Οι Eaton et al [14], έκαναν ωοθηκεκετομή και κατόπιν χορήγησαν ανδρογόνα σε αρρενοποιημένους, μετά από λήψη ανδρογόνων κατά την εμβρυϊκή φάση, θηλυκούς πίθηκους καθώς και σε φυσιολογικούς θηλυκούς πίθηκους. Μόνο αυτοί που είχαν λάβει ανδρογόνα κατά την εμβρυϊκή φάση έδειξαν αρσενικού τύπου σεξουαλική καθώς και επιθετική συμπεριφορά. Το γεγονός αυτό ενισχύει περισσότερο την άποψη ότι τα ανδρογόνα, όταν δρουν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων περιόδων ανάπτυξης, αποτελούν σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης των λειτουργιών αυτών. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στα ανώτερα θηλαστικά, και προφανώς και στον άνθρωπο, η γυναικεία σεξουαλική λειτουργικότητα φαίνεται να ελέγχεται από τις ανδρικές, παρά από τις γυναικείες γοναδικές ορμόνες. Σε έρευνα των Trimble & Herbert [15], παρατηρήθηκε ότι χορήγηση τεστοστερόνης σε ωοθηκεκτομημένους θηλυκούς πιθήκους αύξησε την επιθετικότητα καθώς και την σεξουαλικότητά τους. Οι θηλυκοί αυτοί πίθηκοι παρακινούσαν τους αρσενικούς σε σεξουαλική δραστηριότητα. Αντίθετα, η απόσυρση από όλες τις ενδογενείς πηγές τεστοστερόνης, με ωοθηκεκτομή και αμφοτερόπλευρη επινεφριδιεκτομή, προκάλεσε τέλεια έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας. Τα ευρήματα αυτά συμβαδίζουν με ευρήματα σε γυναίκες. Οι Kinsey et al [16], βρήκαν μικρή αλλαγή στη σεξουαλική επιθυμία σε γυναίκες μετά από ωοθηκεκτομή ή εμμηνόπαυση. Επιπλέον, χορήγηση τεστοστερόνης προκάλεσε αύξηση της σεξουαλικής επιθυμίας στις γυναίκες αυτές [17]. Η σπουδαιότητα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης στη σεξουαλικότητα θηλυκών ανώτερων θηλαστικών μελετήθηκε από τον Herbert [18] το 1978. Βρέθηκε ότι οι ωοθηκικές ορμόνες εξυπηρετούν στη γυναικεία σεξουαλική ελκυστικότητα. Η ελκυστικότητα όμως αυτή θα πρέπει να σχετίζεται περισσότερο με έμμεσες δράσεις, όπως οίδημα του δέρματος των σεξουαλικών οργάνων και οσμή του κόλπου. Η ενδοκρινική σύνδεση μεταξύ σεξουαλικότητας και επιθετικής συμπεριφοράς έχει επίσης φανεί και σε κατώτερα θηλαστικά, όπως τρωκτικά [19]. Οι Phoenix et al [20], έδειξαν ότι χορήγηση υψηλών δόσεων ανδρογόνων σε χοιρίδια οδήγησαν σε ψευδερμαφρόδιτους θηλυκούς απογόνους. Τα εξωτερικά γεννητικά όργανα ήτα ταυτόσημα με αυτά των φυσιολογικών αρσενικών. Οι Harris & Levine [21] το 1962, παρατήρησαν ότι αρρενοποιημένα θηλυκά ποντίκια δεν επιδείκνυαν σεξουαλική δεκτικότητα, ενώ η κατάσταση δεν άλλαξε μετά από χορήγηση οιστρογόνων και προγεστερόνης. Η χορήγηση όμως τεστοστερόνης ευνόησε αρσενικού τύπου σεξουαλικές απαντήσεις. Το ίδιο πρότυπο επιδράσεων παρατηρήθηκαν σε θηλυκά χοιρίδια που αρρενοποιήθηκαν στήν εμβρυϊκή φάση [22], και σε θηλυκά ποντίκια που αρρνοποιήθηκαν στη νεογνική φάση ζωής [23]. Η συσχέτιση μεταξύ σεξουαλικής ανάπτυξης και επιθετικότητας έχει αποδειχθεί σε έρευνες με ποντίκια. Ο Edwards [23] το 1971, έδειξε ότι η χορήγηση κατά τη νεογνική φάση ποικίλων ανδρογόνων παρήγαγαν σημαντικές επιδράσεις τόσο στη σεξουαλική όσο και στην επιθετική συμπεριφορά. Αρρενοποιημένα και φυσιολογικά θηλυκά ποντίκια υπέστησαν ωοθηκεκτομή όταν ενηλικιώθηκαν, και αργότερα έλαβαν οιστρογόνα και προγεστερόνη. Τα αρρενοποιημένα θηλυκά αποδείχθηκαν λιγότερο σεξουαλικά δεκτικά. Σχετικά με την επιθετικότητα, η χορήγηση ανδρογόνων στη διάρκεια της ενηλικίωσης αποδείχθηκε ότι αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των, κατά τη νεογνική φάση, αρρενοποιημένων θηλυκών σε επίπεδα υψηλότερα εκείνων της ομάδας ελέγχου. Οι Lagerspetz & Lagerspetz [9] το 1975 ανέφεραν παρόμοια αποτελέσματα, σημειώνοντας ότι η χορήγηση τεστοστερόνης σε αρρενοποιημένα, κατά τη νεογνική φάση, θηλυκά ποντίκια προκάλεσε επίπεδα επιθετικότητας ίδια μα αυτά των φυσιολογικών αρσενικών. Η ικανότητα οργάνωσης που επιτυγχάνεται στη διάρκεια της πρώιμης αρρενοποίησης με την επίδραση των ανδρογόνων, έχει παρατηρηθεί σε αρκετές μελέτες με τρωκτικά. Μη αρρενοποιημένα θηλυκά και αρσενικά ευνουχισμένα κατά τη νεογνική ηλικία δεν δείχνουν να ανταποκρίνονται σε μετέπειτα χορήγηση ανδρογόνων. Για να πετύχει κανείς αύξηση της επιθετικότητας στα ζώα αυτά χρειάζεται να χορηγήσει πολύ μεγάλες δόσεις ανδρογόνων στη διάρκεια της ενήλικης ζωής τους. Αντίθετα, αρρενοποιημένα θηλυκά καθώς και φυσιολογικά αρσενικά, δείχνουν αυξημένη επιθετικότητα μετά από λήψη ακόμη και μικρών δόσεων ανδρογόνων [24, 25]. Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά τα δεδομένα μένει ελάχιστη αμφιβολία ότι τα ανδρογόνα αποτελούν τον καθοριστικό απο-θυλεοποιητικό (defeminizing) παράγοντα ο οποίος ενεργοποιεί την επιθετική συμπεριφορά. Ο Conner [26], όμως σημείωσε ότι οι συνέπειες της χορήγησης ανδρογόνων μπορεί να είναι διαφορετικές για διαφορετικά είδη επιθετικότητας που ερευνώνται στο εργαστήριο. Για παράδειγμα, τα ανδρογόνα προκαλούν ισχυρότερη επίδραση στην επιθετικότητα που προκαλείται από την απομόνωση παρά από ηλεκτρικές εκκενώσεις. Επιπλέον, οι ορμονικές επιδράσεις φαίνεται να περιορίζονται μέσα στο ίδιο είδος ζώου, αφού η αρπακτικού τύπου επιθετικότητα δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τα ανδρογόνα. Τέλος, νευροχημικές έρευνες αλλά και έρευνες γενετικής μηχανικής παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον τομέα αυτόν. Οι Kruk et al [27] το 1998, παρατήρησαν ότι ήπιος ερεθισμός της υποθαλαμικής περιοχής της επιθετικότητας στα ποντίκια προκαλεί αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, κορτικοτροπίνης, και κορτικοστερόνης. Η αύξηση αυτή μοιάζει με τα αυξημένα επίπεδα των ορμονών αυτών που παρατηρείται στη διάρκεια στρες, ενώ παρόμοια αύξηση παρατηρήθηκε όταν προκλήθηκε ερεθισμός της self-grooming περιοχής του υποθαλάμου. Οι Kriegsfeld et al [28] το 1997, μελέτησαν τη σχέση επιθετικότητας και τεστοστερόνης σε ποντίκια που στερήθηκαν το γονίδιο της συνθετάσης του οξειδίου του αζώτου (NOS). Το οξείδιο του αζώτου είναι ένας νευρομεταβιβαστής τόσο του κεντρικού όσο και του περιφερικού νευρικού συστήματος. Παρατηρήθηκε ότι τα αρσενικά ποντίκια με έλλειψη του γονιδίου (nNOS-/-) έδειχναν σαφώς μεγαλύτερη επιθετικότητα, σε σχέση με τα φυσιολογικά αρσενικά ποντίκια (wild-type), ενώ η επιθετικότητα των θηλυκών με έλλειψη γονιδίου δεν διέφερε, σε σχέση με τα φυσιολογικά θηλυκά. Ο ευνουχισμός που ακολούθησε οδήγησε σε σαφή και ομοιόμορφη μείωση της επιθετικότητας τόσο των φυσιολογικών όσο και των στερημένων το γονίδιο NOS ποντικών. Η χορήγηση τεστοστερόνης επανέφερε την επιθετικότητα και των δύο ομάδων των ποντικών στα προηγούμενα επίπεδα. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η επιθετικότητα είναι εξαρτώμενη της τεστοστερόνης τόσο στα ποντίκια που έχουν έλλειψη του γονιδίου NOS όσο και στα φυσιολογικά ποντίκια.

Ανδρογόνα και επιθετική-σεξουαλική συμπεριφορά σε παιδιά
Η εμπλοκή της φυσιολογικά αναπτυσσόμενης ενδοκρινολογικής διαφοροποίησης που αφορά το διμορφισμό που παρουσιάζουν τα δύο φύλα στη σεξουαλική επιθυμία και την επιθετική συμπεριφορά έχει μελετηθεί από πολλούς ερευνητές [29, 30]. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές αυτοί μέτρησαν τη συσχέτιση μεταξύ σωματικής ωρίμανσης αγοριών και κοριτσιών 9 έως 14 ετών, των συγκεντρώσεων διάφορων γοναδικών ορμονών, και της συμπεριφοράς. Γενικά, αυξημένα επίπεδα γοναδοτροφινών, γοναδικών στεροειδών, και επινεφριδιακών ανδρογόνων βρέθηκε να σχετίζονται με επιθετικότητα, με κάποιες όμως επιμέρους διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, αγόρια με αυξημένα επίπεδα επινεφριδιακών ανδρογόνων είχαν σχετικά αυξημένα αρνητικά συναισθήματα, όπως καταθλιπτική συμπτωματολογία και χαμηλή κοινωνικότητα. Αντίθετα, αγόρια με αυξημένα ανδρογόνα σκόραραν χαμηλά στις διαστάσεις αυτές. Η σεξουαλική επιθυμία, που μετρήθηκε με βάση την επιθυμία να κλείνουν ραντεβού με άτομα του αντίθετου φύλου, βρέθηκε να είναι υψηλή σε αγόρια που παρουσίαζαν υψηλά επίπεδα επινεφριδιακών ανδρογόνων και γοναδοτροπινών. Τέλος, βρέθηκε ότι τα κορίτσια με τα υψηλότερα επίπεδα γοναδοτροπινών παρουσίαζαν αυξημένα επίπεδα αρνητικών συναισθημάτων. Τα ευρήματα αυτά είναι σε συμφωνία με άλλα που δείχνουν ότι έφηβοι και των δύο φύλων που φθάνουν στην εφηβεία σχετικά πρώιμα, βιώνουν προβλήματα προσαρμογής με συνοδά αρνητικά συμπτώματα [31]. Οι Olweus et al [32] το 1984, επικεντρώθηκαν στη συσχέτιση γοναδικών ανδρογόνων και επιθετικότητας σε 16χρονους άρρενες. Τα επίπεδα τεστοστερόνης βρέθηκε να ποικίλουν σε σχέση με τα σκορ των αυτο-συμπληρούμενων ερωτηματολογίων επιθετικότητας, ενώ η ανοχή στη ματαίωση βρέθηκε να σχετίζεται αρνητικά με τα επίπεδα τεστοστερόνης. Τα άτομα με υψηλή τεστοστερόνη έδειξαν υψηλά επίπεδα ευερεθιστότητας, αλλά η παρορμητική επιθετική συμπεριφορά δεν έδειξε να σχετίζεται με τις συγκεντρώσεις ανδρογόνων. Οι Udry et al [33] το 1985, μελέτησαν τη σχέση μεταξύ ανδρογόνων και σεξουαλικής επιθυμίας στον ίδιο πληθυσμό εφήβων, και βρήκαν ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης ήταν ισχυρός προγνωστικός δείκτης για εκδήλωση αυτής της επιθυμίας. Αντίθετα, έλλειψη τέτοιων συσχετίσεων βρέθηκε από άλλους ερευνητές [34]. Οι Banks & Dabbs [35] το 1996 μέτρησαν την τεστοστερόνη και κορτιζόλη σε 36 μαθητές και 29 παραπτωματικούς αμφοτέρων των φύλων. Η ομάδα των παραπτωματικών παρουσίαζε υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, αλλά όχι κορτιζόλης, σε σχέση με τους φυσιολογικούς. Οι van Goozen et al [36] το 1998 μελέτησαν το ρόλο των ανδρογόνων σε 15 αγόρια με διαταραχή διαγωγής και 25 αγόρια σαν δείγμα ελέγχου. Βρήκαν ότι στα αγόρια με διαταραχή διαγωγής η διϋδροεπιανδοστερόνη ήταν σημαντικά αυξημένη, η ανδροστενδιόνη οριακά αυξημένη, ενώ η τεστοστερόνη δεν παρουσίασε διαφορά, σε σχέση με τα αγόρια της ομάδας ελέγχου. Επιπλέον, η διϋδροεπιανδροστερόνη σχετιζόταν σημαντικά με την επιθετικότητα και την παραπτωματικότητα, όπως αυτή βαθμολογήθηκε από τους γονείς και τους δασκάλους των παιδιών. Οι Schaal et al [37] το 1996 μελέτησαν σε άρρενες εφήβους την τεστοστερόνη σε σχέση με την τάση για κοινωνική επικράτηση και τη σωματική επιθετικότητα. Η σωματική επιθετικότητα μετρήθηκε από τους δασκάλους και τους συμμαθητές για το διάστημα από το νηπιαγωγείο έως το τέλος του δημοτικού σχολείου, ενώ το επίπεδο κοινωνικής κυριαρχικότητας και επίκράτησης μετρήθηκε κατά τη διάρκεια μιας ολοήμερης επίσκεψης των 13χρονων μαθητών στο χώρο του εργαστηρίου και της συνδιαλαγής τους με τέσσερις άγνωστους συνομηλίκους. Τα αγόρια που έδειξαν υψηλά επίπεδα κοινωνικής κυριαρχικότητας βρέθηκε να έχουν υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης, σε σχέση με αυτά που έδειξαν χαμηλή κυριαρχικότητα, ενώ αντίθετα, τα αγόρια που είχαν ιστορικό υψηλής σωματικής επιθετικότητας παρουσίασαν χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σε σχέση με αυτά που είχαν ιστορικό χαμηλής επιθετικότητας. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης μπορούν να ειδωθούν περισσότερο σαν δείκτες κονωνικής επιτυχίας, παρά σαν δείκτες κοινωνικής δυσπροσαρμοστίας ή/και επιθετικής συμπεριφοράς. Οι Sanchez-Martin et al [38] το 2000, μελέτησαν τη συσχέτιση μεταξύ μιας σειράς συμπεριφορών στη διάρκεια του παιγνιδιού, 28 προσχολικών αγοριών και 20 προσχολικών κοριτσιών, και των επιπέδων τεστοστερόνης σιέλου. Βρέθηκε ότι υπήρχε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και επιθετικότητας σε επίπεδο κοινωνικής αλληλεπίδρασης (serious aggression), αλλά όχι σε επίπεδο παιγνιδιού (playful aggression). Οι Helpern et al [39] το 1998 μελέτησαν τη σχέση τεστοστερόνης και σεξουαλικής δραστηριότητας, μετρώντας επί δύο έτη, τη τεστοστερόνη σιέλου ανά μήνα και τη σεξουαλική συμπεριφορά ανά εβδομάδα, σε 13χρονα αγόρια. Βρήκαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σχετίζονταν σημαντικά με παράτολμη σεξουαλική συμπεριφορά, καθώς και με συχνότερη ολοκληρωμένη ή όχι σεξουαλική δραστηριότητα. Οι συγγραφείς συμπέραναν ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης κατά την εφηβεία αποτελούν πιθανόν αιτιολογικό παράγοντα έναρξης αλλά και συχνότητας της σεξουαλικής δραστηριότητας. Γενικά, τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ελαφρά επίδραση της έκθεσης σε τεστοστερόνη, προγεστερόνη, και διαιθυλστιλβεστρόλη. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε αύξηση στη σωματική επιθετικότητα, περιλαμβανομένης της σωματικής ή αθλητικής δραστηριότητας, αλλά όχι της λεκτικής επιθετικότητας, κατά την παιδική ηλικία. Τα θετικά ευρήματα της πρώιμης έκθεσης στις σεξουαλικές ορμόνες ήταν σημαντικά τόσο σε αγόρια όσο και σε κορίτσια [40]. Εξωγενής χορήγηση οιστρογόνων, σε συνδιασμό συνήθως με προγεστερόνη, δυνατόν να αντιδοτήσουν τη δράση των ενδογενών ανδρογόνων, μα αποτέλεσμα την απο-αρρενοποίηση κάποιων πλευρών της επιθετικότητας στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας [41]. Ο Archer [1] όμως υποστήριξε ότι οι ενδεχόμενες αλλαγές είναι σε θέση να παρατηρηθούν μόνο κατά την εφηβεία, οπότε και εμφανίζονται τα επίπεδα ανδρογόνων. Οι Finkelstein et al [42] το 1997 μελέτησαν το ρόλο φυσιολογικών δόσεων γοναδικών στεροειδών στην επιθετική συμπεριφορά, σε μία διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, έρευνα σε 35 υπογοναδικά αγόρια και 14 υπογοναδικά κορίτσια. Στα αγόρια χορηγήθηκε depo-τεστοστερόνη και στα κορίτσια οιστρογόνα, σε τρίμηνες περιόδους, εναλλασόμενες με εικονικό φάρμακο. Η επιθετικότητα ελεγχόταν μετά από κάθε θεραπευτική περίοδο με το ερωτηματολόγιο Olweus Multifaceted Aggression Inventory. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές ορμονικές επιδράσεις στη σωματική επιθετικότητα και στις επιθετικές ενορμήσεις, αλλά όχι στη λεκτική επιθετικότητα, τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ
Ερυφίλης 2, 116 34 Αθήνα. Τηλ - Fax: 210 72 90 496. giotakos@tri.forthnet.gr


Σχεδιασμός Φιγούρας: Μυρτώ Γιωτάκου
Σχεδιασμός & Ανάπτυξη: ΕΚdesign