Δομή Ιστοσελίδας |
Κεντρική σελίδα > Σεξουαλικές Παρεκκλίσεις > Eπιδειξιομανία
Άλλες παραφιλίεςΖΩΟΦΙΛΙΑ (ZOOPHILIA)Ορολογία: Ο όρος ζωοφιλία προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις ζώο και φιλία (Money, 1986), συνδέεται με τις περιγραφές του Krafft-Ebing (Traub-Werner, 1986), και περιλαμβάνει σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις ή συμπεριφορές που σχετίζονται με ζώα (American Psychiatric Association, 1994). Άλλοι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν ζωοφιλία είναι : zooerasty, zooerastia, bestiality, και bestiosexuality. Bestiality είναι η παροδική σεξουαλική δραστηριότητα με ζώο, σαν αποτέλεσμα κυρίως αναζήτησης κυριαρχίας ή καινούργιων καταστάσεων ή ακόμα λόγω έλειψης συντρόφου. Αντίθετα, στη ζωοφιλία τα ζώα είναι η αποκλειστική πηγή σεξουαλικού ενδιαφέροντος. Οι ζωοφιλικές συμπεριφορές περιλαμβάνουν στοματικό σεξ, γλύψιμο, σεξουαλική πράξη ή αυνανισμό του ζώου (London & Caprio, 1950). Το ζώο που επιλέγεται είναι συνήθως κάποιο με το οποίο το άτομο ήταν σε στενή σχέση κατά την παιδική ηλικία, όπως ζώο φάρμας ή κατοικίδιο. Ιστορία: Υπάρχουν ενδείξεις από την αρχαιότητα σχετικά με τη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Για παράδειγμα, βρέθηκαν σε σπηλιές αναπαραστάσεις τέτοιας συμπεριφοράς που χρονολογούνται 20.000 περίπου χρόνια πριν, ενώ στοιχεία ζωοφιλίας περιέχονται σε αρκετούς μύθους (Peretti & Rowan, 1983). Παράλληλα, συναντά κανείς θρησκευτικές απαγορεύσεις τέτοιας συμπεριφοράς, τόσο στο Old Testament όσο και στο Talmud. Στο σύγχρονο κόσμο οι απαγορεύσεις γίνονται συχνότερες (Milner & Dopke, 1997). Παλαιότερα υπήρχε η διάκριση μεταξύ ανοικτής και κλειστής ζωοφιλικής συμπεριφοράς, θεωρώντας σαν zoophilia την ανάπτυξη ενός λάγνου συναισθηματισμού με κάποιο κατοικίδιο, και σαν zooerasty την σεξουαλική εμπλοκή μαυτό (Rappaport, 1968). Αυτή η διάκριση όμως μεταξύ φαντασιώσεων, τάσεων και συμπεριφοράς δεν παρέμεινε στο DSM-IV. Επιδημιολογία: Άν και θεωρείται σπάνια διαταραχή, τα ευρήματα ποικίλουν. Οι Kinsey et al (1948, 1953), ανέφεραν επικράτηση μίας έστω σεξουαλικής επαφής μεταξύ ανθρώπου και ζώου 8% για του άνδρες και 1,5% και 3,6% σε κορίτσια και γυναίκες αντίστοιχα. Τα ποσοστά ήταν υψηλότερα στον αγροτικό πληθυσμό, βρίσκοντας ότι το 40% αυτού εμπλέκεται σε σεξουαλική δραστηριότητα με ζώα, και το 17% φτάνει σε οργασμό στη διάρκεια σεξουαλικής δραστηριότητας με ζώα. Τα ποσοστά επίσης είναι υψηλότερα σε άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Αντίθετα, ο Nagaraja (1983), βρήκε επικράτηση 1% σε Αμερικανούς έφηβους, ενώ οι Crepault & Couture (1980), βρήκαν ότι μόνο 5,3% του δείγματος που εξέτασαν είχε φαντασιώσεις σεξουαλικής δραστηριότητας με ζώα. Ψυχοπαθολογία: Η μέση ηλικία έναρξης έχει υπολογιστεί 17,5 έτη (Abel & Osborn, 1992), μετά την οποία ακολουθεί προοδευτική και χρόνια πορεία. Πολλοί ζωοφιλικοί φαίνεται να έχουν περισσότερες από μία παραφιλικές διαταραχές. Σε δείγμα 561 ατόμων που παραπέμφθηκε για θεραπεία, βρέθηκε ότι το 100% των 14 ζωοφιλικών ανέφεραν πάνω από μία παραφιλία, και το 50% πάνω από 5 παραφιλίες. Θεωρείται επίσης υψηλή η συνύπαρξη ψυχιατρικών παθήσεων. Για παράδειγμα, βρέθηκε επικράτηση ζωοφιλίας στο 55% δείγματος ψυχιατρικού πληθυσμού, έναντι 10% σε φυσιολογικό δείγμα. Επίσης βρέθηκε ότι οι ζωοφιλικοί χαρακτηρίζονται από δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις και απόσυρση (Cerrone, 1991). Αιτιολογία: Ο Shenken (1964), υποστήριξε ότι η ζωοφιλία δεν διαπράττεται από άτομα κοινωνικά απομωνομένα ή με χαμηλή νοημοσύνη. Πίστευε ότι αυτή συνυπάρχει σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, όπως νεύρωση ή ψύχωση. Επίσης, υποστήριξε ότι η ζωοφιλία δεν θα πρέπει να ειδωθεί σαν διαταραχή με αποκλειστική προτίμηση σε ζώα, δεδομένου ότι μπορεί να συνυπάρχουν φυσιολογικές σεξουαλικές σχέσεις. Τελος, υποστήριξε ότι οι ζωοφίλικοί δεν είναι ικανοί να δείξουν τα συναισθήματά τους στους ανθρώπους, κατευθύνοντάς τα τελικά στα ζώα. Ο Rappaport (1968), υπέθεσε ότι τα παιδιά δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη συμπεριφορά των ζώων, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής ζωής τους. Υποστήριξε ότι, η σεξουαλική επαφή μαζί τους αναπαριστά μία καταναγκαστική πράξη κατά την οποία η κακοποίηση του ζώου αναβιώνει προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες και ο θυμός έναντι των γονέων μετατίθεται στα ζώα. Ο Traub-Werner (1986), αντελήφθη τη διαταραχή αυτή σαν μία παλιά μορφή διαστροφής η οποία έχει καταπιεστεί πολιτισμικά, σαν ανικανότητα διαχωρισμού μεταξύ επιθετικών και σεξουαλικών ορμών, σαν διάσπαση της εικόνας της γεννητικής υπόστασης, και τέλος σαν δράση έναντι του πατρικού συμβόλου. Ο Cerrone (1991), υποστήριξε ότι προσωπικοί, οικογενειακοί, και κοινωνικοί παράγοντες συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της ζωοφιλίας. Θεώρησε ότι η σεξουαλική δράση με ζώα αναπαριστά καταπιεσμένο θυμό, ενώ η κυριαρχία πάνω στο ζώο δίνει την αίσθηση ελέγχου η οποία λείπει. Χρησιμοποιώντας όρους της μαθησιακής θεωρίας, ο Nagaraja (1983), πρότεινε ότι το άτομο διεγείρεται παρατηρώντας ζώα σε σεξουαλική δράση. Στην παρίπτωση απουσίας συγκατατιθέμενου σεξουαλικού συντρόφου, η σεξουαλική ορμή μπορεί να ικανοποιηθεί με τα ζώα. Θεραπεία: Αναφέρθηκε η θεραπευτική αντιμετώπιση για ζωοφιλία δύο αγοριών, 10 και 15 χρονών, που ζούσαν σε αγροτική περιοχή. Η αντιμετώπιση περιελάμβανε οικογενειακή θεραπεία, εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων, και σεξουαλική εκπαίδευση (Cerrone, 1991). Οι McNally & Lukach (1991), περιέγραψαν τη θεραπευτική αντιμετώπιση άνδρα με ήπια νοητική υστέρηση που αυνανιζόταν μπροστά σε μεγάλα σκυλιά. Η θεραπεία περιελάμβανε επανεξάρτηση μέσω αυνανισμού και συγκαλυμένη ευαισθητοποίηση για περίοδο έξι μηνών. ΚΛΥΣΜΑΦΙΛΙΑ (KLISMAPHILIA)Ψυχοπαθολογία: Ο όρος προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις κλύσμα και φιλία, και το παραφιλικό ενδιαφέρον εντοπίζεται στη λήψη κλύσματος. Συναντάται και στα δύο φύλα, αν και οι Kinsey et al (1948), αναφέρουν ότι συναντάται κυρίως σε γυναίκες κατά τη διάρκεια αυνανιστικής δραστηριότητας. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν ζεστό νερό για να καθαρίσουν το κατώτερο κώλον, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν καφφέ, γιαούρτι, αέρα, ουίσκυ, μπύρα, κρασί και κοκαίνη (Baglioli et al, 1991). Η απορρόφηση των ουσιών από το βλεννογόνο του ορθού φαίνεται να είναι ταχύτατη, έχοντας τις επιδράσεις μιας ενδοφλέβιας ένεσης (de Boer et al, 1982). H χρησιμοποίηση όμως κλυσμάτων δε φαίνεται να είναι χωρίς κίνδυνο. Έχουν αναφερθεί τραύματα του ορθού ή ενσφήνωση ξένων σωμάτων, για την οποία απαιτήθηκε ιατρική συνδρομή (Echert & Katchis, 1989). Ο Denko (1976), μελετώντας 15 κλυσμαφιλικούς τους κατέταξε σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη, τα άτομα συνήθιζαν να αυτοχορηγούν κλύσμα, ενώ δεν ήταν ευχαριστημένα με τη δραστηριότητα αυτή, θεωρώντας την σαν ανώμαλη. Η δραστηριότητά τους άρχισε νωρίς, κατά την παιδική ηλικία, αλλά δεν φάνηκε να διατάραξε τη ζωή τους γενικότερα. Τα άτομα της δεύτερης ομάδας δεν έδειχναν να αποδέχονται τη κλυσμαφιλική δραστηριότητα και συνήθιζαν να τους χορηγείται κλύσμα από το/τη σύντροφο. Στα άτομα της τρίτης ομάδας η κλυσμαφιλική δραστηριότητα έδειχνε να επηρρεάζει τη ζωή και τις σχέσεις, ενώ συνυπήρχαν και άλλες παραφιλίες, μεταξύ των οποίων, μετενδυματικός φετιχισμός και σεξουαλικός μαζοχισμός. Αιτιολογία: Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες πληροφορίες σχετικά με παράγοντες που συνδέονται με την κλυσμαφιλία. Ο Arndt (1991), προσκάλεσε, μέσω διαφημιστικού, άτομα που χρησιμοποιούν παρόμοιες πρακτικές. Ανταποκρίθηκαν 21 άνδρες και 1 γυναίκα. Η μέση ηλικία ήταν 39 έτη, το 60% έγγαμοι, το 80% ετεροφυλόφιλοι, η μέση διάρκεια χρήσης κλύσματος 20 έτη, και η μέση συχνότης χρήσης 2 φορές τη βδομάδα. Οι μισοί περίπου απάντησαν ότι αυτο-χορηγούσαν κλύσμα, και οι περισσότεροι δήλωσαν την επιθυμία να βρουν σύντροφο στο "παιγνίδι" τους. Το 40% ανέφερε συνοδές παραφιλικές δραστηριότητες, όπως ήπιο ράπισμα στα οπίσθια, γεγονός που πιθανόν υποκρύπτει σεξουαλικό μαζοχισμό. Ο Agnew (1982), σημείωσε ότι η διαδικασία του κλύσματος περιλαμβάνει την είσοδο, το γέμισμα, και την εξαγωγή. Η είσοδος του κλύσματος βιώνεται σαν ευχάριστο συναίσθημα λόγω της υψηλής ευαισθησίας της περιοχής του πρωκτού και του περινέου. Το γέμισμα του κατώτερου ορθού προκαλεί εσωτερική πίεση του προστάτη στους άνδρες και του οπισθίου κόλπου στις γυναίκες. Η προσπάθεια εξαγωγής διεγείρει τη περιοχή του πρωκτού και του περινέου, προκαλώντας περισταλτικά κύματα τα οποία διεγείρουν παρακείμενες γεννητικές περιοχές. Ο Agnew (1982), περιέγραψε αρκετές ομοιότητες μεταξύ πρωκτικού και κολπικού ερεθισμού, σημειώνοντας ότι η αίσθηση ευχαρίστησης που βιώνεται κατά τη διαδικασία του κλύσματος είναι παρόμοια με αυτην της συνουσίας και του αυνανισμού. Τέλος, ο Denko (1973), υποστήριξε την πιθανότητα εξάρτησης σε κλυσμοφιλικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. ΥΠΟΞΥΦΙΛΙΑ (HYPOXYPHILIA)Ψυχοπαθολογία Ορισμός: Προέρχεται από Ελληνικές ρίζες που σημαίνουν αρέσκεια σε καταστάσεις που μειώνουν την ογυγόνωση. Αναφέρεται επίσης και σαν ασφυξιοφιλία (asphyxiophilia), σεξουαλική ασφυξία (sexual asphyxia), αυτοερωτική ασφυξία (autoerotic asphyxia), και Kotzwarrism, που πήρε το όνομα από το μουσικό Kotzwarra που πέθανε το 1791 όταν μία πόρνη συμφώνησε να του σφίγγει το λαιμό, σαν μέρος της σεξουαλικής δραστηριότητας (Hazelwood et al, 1983). H παραφιλία αυτή χαρακτηρίζεται από επίτευξη ή αύξηση της σεξουαλικής διέγερσης λόγω της μειωμένης παροχής αρτηριακού αίματος, η οποία προκαλεί έλλειψη οξυγόνου και αύξηση διοξειδίου του άνθρακος. Η έλλειψη οξυγόνου επιτυγχάνεται με ποικίλες μεθόδους, όπως πίεση στο στήθος, βρόγχο σε λαιμό, πλαστική σακκούλα, μάσκα, και χημικές ουσίες, όπως νιτρώδη, τα οποία μειώνουν την εγκεφαλική οξυγόνωση λόγω περιφερικής αγγειοδιαστολής (DSM-IV, American Psychiatric Association, 1994, σελ.529). Χημικές ουσίες που έχουν χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις ασφυξιοφιλίας είναι το διχλωροδιφθοριομεθάνιο, το υποξείδιο του αζώτου ή ιλαρυντικό αέριο, και το ισοβουτυλνιτρίδιο (Gowitt & Hanzlick, 1992). Η περισσότερο συχνή μέθοδος είναι η χρήση λουρίδας γύρω από το λαιμό (Sinn, 1993), αν και η γενική αίσθηση είναι ότι ο εστιασμός της προσοχής δεν είναι η μέθοδος αλλά η ασφυξία που προέρχεται από τις μεθόδους (Hazelwod et al, 1983). Ιστορία : Περιστατικά υποξυφιλίας έχουν αναφερθεί σε ΗΠΑ, Αφρική, Ευρώπη, και Ανατολική Ασία (Gerza-Leal & Landron, 1991, Innala & Ernulf, 1989). Εδώ και μερικούς αιώνες αποτελεί πεδίο ενδιαφέροντος στη δυτική βιβλιογραφία. Για παράδειγμα, στη νουβέλα Justine του de Sade (1791/1966), περιγράφεται κάποιος άνδρας που έσφιξε με τη θέλησή του το λαιμό του ώστε να πετύχει σεξουαλική διέγερση. Ιστορικά πορνεία στην Αγγλία ("Hanged Men's Club") παρείχαν υπηρεσίες ασφυξιοφιλίας, με ελεγχόμενο σφίξιμο του λαιμού, με σκοπό την αύξηση της σεξουαλικής διέγερσης (Innala & Ernulf, 1989). Έχουν αναφερθεί επίσης περιστατικά ατόμων που εκτελέστηκαν με απαγχονισμό, που είχαν οργασμό λίγο πριν το θάνατό τους (Resnik, 1972). Διαγνωστικά κριτήρια: Στο DSM-IV η υποξυφιλία περιγράφεται σαν μορφή του σεξουαλικού μαζοχισμού. Για τη διάγνωση του μαζοχισμού απαιτείται "διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών με επίμονες και επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές τάσεις, φαντασιώσεις ή συμπεριφορές (πραγματικές ή προσομοιομένες), κατά τις οποίες το άτομο ταπεινώνεται, δέρνεται, δένεται ή υποφέρει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο" (Αmerican Psychiatric Association, 1994, σελ.529). Σε αρκετά περιστατικά ασφυξιοφιλίας όμως δεν φαίνεται να υπάρχει ενδιαφέρον στο να υποφέρουν, αλλά μόνο στο να αυξάνουν τη σεξουαλική ευχαρίστηση. Επίσης, δεν φαίνεται να πληρούν τα κριτήρια για σεξουαλικό μαζοχισμό, ούτε να έχουν κάποια συσχέτιση με το σεξουαλικό μαζοχισμό, δεδομένου ότι τα άτομα πέρνουν ενεργά μέτρα για αποφυγή πόνου ή τραυματισμού (Diamond et al, 1990). Όπως συμβαίνει με τη συχνότητα και την επικράτηση της ασφυξιοφιλίας, είναι δύσκολο να προκύψουν στοιχεία σχετικά με τη συννοσηρότητα των ατόμων αυτών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα άτομα αυτά, είτε πεθαίνουν και έτσι είναι αδύνατη η εκ των υστέρων εκτίμηση, είτε, εάν αυτό δε συμβεί, δεν αναφέρουν το γεγονός. Από περιγραφές περιστατικών πάντως φαίνεται ότι οι πιο συχνές συνοδές παραφιλικές συμπεριφορές είναι το δέσιμο και η μετενδυμασία (Blanchard & Hucker, 1991). Αν και η μετενδυμασία συνυπάρχει στο 20%, δεν έχει διευκρινηστεί εάν αυτή υποδεικνύει φετιχισμό, μετενδυματικό φετιχισμό, σεξουαλικό μαζοχισμό ή κάποιο άλλο φαινόμενο. Η πρακτική του δεσίματος συνυπάρχει στο 50%, και ίσως η συνύπαρξή της να αυξάνει την πιθανότητα θανάτου λόγω δυσκολίας δραπέτευσης από τη θανατηφόρα ασφυξία (Hazelwood et al, 1983). Σε μελέτη 157 θανατηφόρου ασφυξιοφιλίας βρέθηκε ότι μόνο 6,3% των ατόμων είχαν ομοφυλόφιλο προσανατολισμό (Hazelwood et al, 1983). Επιδημιολογία: Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα σχετικά με την επικράτηση της ασφυξιοφιλίας. Υπάρχουν όμως δεδομένα θανάτων από ασφυξιοφιλική πρακτική, και αυτά δείχνουν αυξητική τάση τις τελευταίες δεκαετίες. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, το 1972 υπολογίστηκε ότι υπήρχαν περίπου 50 θάνατοι ανά έτος, και το 1979 περίπου 250 θάνατοι ανά έτος (Resnik, 1972, Rosenblum & Faber, 1979). To 1983 οι Hazelwood et al, υπολόγισαν ότι στις ΗΠΑ συνέβαιναν 500-1000 θάνατοι ανά έτος, λόγω ασφυξιοφιλικής πρακτικής, οι περισσότεροι εκ των οποίων αφορούσαν νέους ενήλικες ή εφήβους. Στις οδηγίες του DSM-IV εναφέρεται ότι παρατηρούνται ετήσια μία έως δύο περιπτώσεις θανάτου λόγω υποξυφιλίας, ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Ενδιαφέρον παρουσίασε η μελέτη των Sheehan & Garfinkel (1988), όπου επανεξετάστηκαν οι αιτίες θανάτου εφήβων στη διάρκεια 1965-1985, και είχαν αποδοθεί σε απαγχονισμό λόγω αυτοκτονίας. Βρέθηκε ότι στο 31% οι θάνατοι οφείλονταν σε ασφυξιοφιλικές πρακτικές. Εάν στο μέλλον φανεί ότι επαληθεύονται αυτά τα ευρήματα, τότε θα πρέπει πιθανόν να επανεξεταστούν κάποιες πτυχές της σεξουαλικής συμπεριφοράς των εφήβων, ενώ συγχρόνως θα πρέπει να υπολογίζουμε τις ασφυξιοφιλικές πρακτικές σε περιπτώσεις απαγχονισμού εφήβων. Αρχικές εκτιμήσεις ήθελαν τη γυναίκα να μην εμπλέκεται σε ασφυξιοφιλικές πρακτικές (Edmondson, 1972), αν και υπήρξαν κάποιες αναφορές περιστατικών (Byard et al, 1993). Σε δείγμα 132 θανάτων από ασφυξιοφιλία βρέθηκε ότι μόνο το 4% συντελέστηκαν από γυναίκα (Diamond et al, 1990). Το γεγονός αυτό της χαμηλής συχνότητας στις γυναίκες αποδόθηκε στο γεγονός ότι οι γυναίκες, σε αντίθεση με τους άνδρες, δεν χρησιμοποιούν ρούχα, ή άλλα παρεμφερή ήδη για να αυξήσουν τη σεξουαλική ευχαρίστηση (Byard et al, 1993). Θανατηφόρος ασφυξιοφιλία: H θανατηφόρος ασφυξιοφιλία δείχνει να είναι μία σόλο δραστηριότητα που γίνεται συνήθως από νέους ενήλικες. Τα άτομα βρίσκονται συνήθως γυμνά με παρουσία πορνογραφικού υλικού.Συχνή είναι η παρουσία καθρέφτη, γεγονός που ενισχύει την παρουσία μετενδυματικής συμπεριφοράς. Σχεδόν πάντα υπάρχουν σημάδια εκσπερμάτισης (Innala & Ernulf, 1989, Blanchard & Hucker, 1991). Οι Sheehan & Garfinkel (1988), συνέκριναν τα χαρακτηριστικά ατόμων με τυχαίο θάνατο από ασφυξιοφιλία και ατόμων που κατέληξαν από αυτοκτονία. Βρέθηκε ότι οι πρώτοι ήταν περισσότερο συχνό να βρίσκονται γυμνοί, να είναι ντυμένοι με γυναικεία ρούχα, να είναι δεμένοι, να υπάρχει γύρω τους πορνογραφικό υλικό, καθώς και ένας καυρέφτης σε θέση αυτοπαρατήρησης, και να υπάρχουν σημεία εκσπερμάτισης. Άλλα χαρακτηριστικά ήταν το ότι ανήκαν στη λευκή φυλή, είχαν περισσότερο άθικτους γονεϊκούς γάμους, λιγότερη κατάθλιψη, λιγότερες διαταραχές διαγωγής, και λιγότερες προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας. Τέλος, υπήρχε τέλεια έλλειψη σημειωμάτων αυτοκτονίας στην ομάδα των ασφυξιοφιλικών. Φαίνεται ότι ελάχιστοι θάνατοι οφείλονται σε τοξίκωση. Σε μελέτη με τοξικολογική εξέταση 21 θανάτων, μόνο σε δύο βρέθηκαν υψηλά επίπεδα αλκοόλ και βαρβιτουρικών (Walsh, 1977). Oι θάνατοι φαίνεται ότι οφείλονται σε κακό υπολογισμό και λανθασμένες οδηγίες του θύματος. Το αντανακλαστικό της καρωτίδας είναι ο φυσιολογικός μηχανισμός κατάληξης, αφού η πίεση της καρωτίδας μπορεί να προκαλέσει αιφνίδια πτώση της αρτηριακής πίεσης και καρδιακή ανακοπή. Είναι πιθανόν τα άτομα που αρέκονται στην ασφυξιοφιλία να μη γνωρίζουν το μηχανισμό αυτό (Diamond et al, 1990). Όπως προαναφέρθηκε, συνοδές πρακτικές δεσίματος δυσκολεύουν το δράστη να δραπετέυσει από τη θανατηφόρα σκηνή (Ηazelwood et al, 1983). |